Αναμνήσεις μιας Xmas shopaholic - The Daily Owl
fade
12423
post-template-default,single,single-post,postid-12423,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive

Αναμνήσεις μιας Xmas shopaholic

Ωραία τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και οι στολισμοί αλλά χωρίς τα χριστουγεννιάτικα ψώνια το γιορτινό πνεύμα φαντάζει μισό. Και μπορεί πολλοί να μιλούν για εμπορευματοποίηση των Χριστουγέννων, κι ίσως να έχουν δίκιο, όμως είναι μια γιορτή προσφοράς και ανταλλαγής δώρων. Αν δεν ψωνίσεις λοιπόν, τι δώρα θα ανταλλάξεις με τον πλησίον σου; Αλλά ακόμα κι αν δεν ψωνίσεις τίποτα, πάλι είναι ωραίο να δεις από κοντά τα στολισμένα μαγαζιά και όλον αυτόν τον πολύχρωμο κόσμο που πηγαινοέρχεται φορτωμένος τσάντες και προσδοκία για τις γιορτές. Για τις αναμνήσεις από χριστουγεννιάτικα ψώνια λοιπόν ο λόγος και τις φορές που για κάποιο λόγο τα ψώνια αυτά έμειναν αξέχαστα.

Η πρώτη ανάμνηση που έχω από χριστουγεννιάτικη αγορά είναι πριν να πάω νηπιαγωγείο. Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα όταν η μαμά πήρε εμένα και την αδερφή μου και πήγαμε για ψώνια στο κέντρο της Αθήνας. Κόντευε 9 το βράδυ κι εγώ είχα βαρεθεί τη ζωή μου γιατί για έξι και πάνω ώρες είχαμε γυρίσει όλο το κέντρο για να ψωνίσουμε, ώσπου βγαίνοντας από τον “Λαμπρόπουλο” (Notos Galleries λέγεται τώρα), έγινα μάρτυρας ενός θαύματος: είδα μπροστά μου με σάρκα και οστά τον άγιο Βασίλη! Βλακείες μου έλεγαν τόσα χρόνια οι μεγάλοι πως ο άγιος Βασίλης είναι πνεύμα για αυτό δεν μπορώ να τον δω όταν μου φέρνει το δώρο μου κάθε Πρωτοχρονιά. Εκείνος ήταν άνθρωπος πραγματικός και τώρα στεκόταν μπροστά μου! Και κρατούσε στο ένα χέρι του και έναν Κέρμιτ! Εγώ βέβαια την μις Πίγκυ ήθελα αλλά δε βαριέσαι, λεπτομέρειες. Όρμησα προς τον άγιο Βασίλη, αρπάζω τον Κέρμιτ και τότε ακούω τη μάνα μου με την αδερφή μου να ωρύονται. Ο δε άγιος Βασίλης να μην αφήνει τον Κέρμιτ από τα χέρια του. Μα γιατί; Αφού τα δώρα που έχει είναι για τα παιδιά κι εγώ είμαι παιδί. Άρα;

-Τι άρα; φώναζε η μάνα μου, τα δώρα τα έχει για να βγάλεις μαζί του φωτογραφίες, όχι για να τα πάρεις σπίτι

-Ο άγιος Βασίλης δίνει τα δώρα στα παιδάκια, δεν βγάζει μαζί τους φωτογραφίες. Τι βλακείες είναι αυτές; φώναζα εγώ.

Κάτι έλεγε και ο έρμος ο άγιος Βασίλης αλλά πού να ακουστεί μέσα από ένα τόνο ψεύτικα γένια που είχε μπροστά στο στόμα του. Η δε αδερφή μου ήθελε κι αυτή να με συνετήσει αλλά δεν μπορούσε γιατί την είχε πιάσει νευρικό γέλιο. Είδα και αποείδα πως το είχαν βάλει σκοπό να μην με αφήσουν να πάρω με το καλό τον Κέρμιτ, οπότε κλαίγοντας και φωνάζοντας – και φυσικά κρατώντας τον Κέρμιτ – έσυρα τη μάνα μου, την αδερφή μου και τον μούφα άγιο Βασίλη μέχρι την πλατεία Ομονοίας. Δεν είναι και μεγάλη απόσταση αλλά τότε μου είχε φανεί τεράστια. Και μπορεί να έχασα τον αγώνα, άλλωστε ήμουν μόνη μου εναντίον τριών, όμως δεν έπεσα αμαχητί και αυτό είναι που μετράει.

Τα επόμενα Χριστούγεννα δεν συνέβη κάτι αξιομνημόνευτο κατά τη διάρκεια των γιορτινών αγορών μέχρι τη χρονιά που πήγαινα στη Β’ Γυμνασίου. Τότε βάλαμε κάτω με την αδερφή μου τις οικονομίες μας και αποφασίσαμε πως με αυτά που είχαμε, γιατί δεν θέλαμε να ζητήσουμε βοήθεια από τον μπαμπά ή την μαμά, θα παίρναμε δώρα για όλους εκτός από εμάς τις ίδιες. Αλλά αυτό δεν είναι οι γιορτές; Προσφέρεις, χωρίς να σκέφτεσαι τον εαυτό σου. Άλλωστε αν είχαν λίγο φιλότιμο οι υπόλοιποι θα έπρεπε κάτι να είχαν πάρει για εμάς. Έχει και όρια η έννοια της προσφοράς! Εν πάση περιπτώσει, πήγαμε το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς να αγοράσουμε δώρα για την οικογένεια. Πήραμε ένα άγαλμα βαρόμετρο, πολύ της μόδας τότε, για τη γιαγιά, ένα χριστουγεννιάτικο διακοσμητικό για τη μαμά, για τον παππού και τον μπαμπά κάθε χρόνο τους κάναμε τα ίδια δώρα σε άλλο χρώμα – κασκόλ και ταμπακιέρα αντίστοιχα – οπότε γύρω στο μεσημέρι γυρίσαμε στο σπίτι φορτωμένες τσάντες και χαρούμενες που είχαμε κάνει το γιορτινό μας καθήκον. Για κάποιο μη προσδιορισμένο λόγο, είχα την αίσθηση πως κάτι είχαμε ξεχάσει αλλά δεν ήξερα τι, ώσπου ξαφνικά το απόγευμα θυμήθηκα: δεν είχαμε πάρει δώρο για τον αδερφό μας. Αυτά παθαίνεις αν σπουδάζεις στην επαρχία. Ξεχνάνε οι αδερφές σου να σου πάρουν δώρο για την Πρωτοχρονιά. Ας πρόσεχε. Το λέω στην αδερφή μου και ξεσπάει πανικός. Η ώρα ήταν επτά και εμείς τρέχαμε μέσα στο κρύο να πάρουμε δώρο. Πήγαμε στα δύο μαγαζιά με είδη δώρων που ήταν κοντά και δεν βρήκαμε τίποτα. Πήγαμε στο σούπερ μάρκετ μήπως βρίσκαμε καμιά κολώνια, τίποτα κι εκεί. Είχε πέσει ο κόσμος σαν τις ακρίδες και είχε πάρει τα πάντα. Πού να πηγαίναμε τώρα;

-Στο μαγαζί του βασανισμένου! είπε η αδερφή μου. Μεγαλειώδης ιδέα.

Ο βασανισμένος ήταν ένας γείτονας που λίγους μήνες πριν, για λόγους υγείας, είχε παραιτηθεί από τη δουλειά του και είχε ανοίξει ένα ψιλικατζίδικο. Η μαμά και η γιαγιά λοιπόν μας προέτρεπαν: “Αν κάτι που θέλετε το έχει στο μαγαζάκι του να το αγοράζετε από εκεί, ακόμα κι αν το έχει πιο ακριβά. Είναι βασανισμένος άνθρωπος και χρειάζεται υποστήριξη”.

Πολύ ωραία ιδέα να πάμε στο μαγαζί του και επιπλέον η ιστορία του βασανισμένου έφερνε και λίγο σε Ντίκενς, οπότε θα ήμασταν και εντελώς μέσα στο πνεύμα των γιορτών.

Πήγαμε λοιπόν, όμως εκείνη την ώρα δεν ήταν εκεί ο βασανισμένος αλλά η γυναίκα του. Βασανισμένη κι αυτή. Είχαμε αποφασίσει με την αδερφή μου να πάρουμε μια κολώνια. Υποθέταμε πως όλο και κάποια από αυτές που έχει το σούπερ μάρκετ θα την έχει και το ψιλικατζίδικο.

Μπήκαμε όλο χαρά κι ελπίδα στο μαγαζάκι, όπου άρχισε ένας σουρεάλ διάλογος.

-Τι θα θέλατε κορίτσια;

-Μια κολώνια για τον αδερφό μας. Έχετε την Old Spice;

Ψάχνει από ‘δω, ψάχνει από ‘κει, τίποτα.

-Μωρέ την είχα, πολύ ωραία κολώνια, αλλά τώρα δεν την έχω.

-Πουλήσατε σήμερα την τελευταία;

-Όχι, πριν τρεις μήνες.

-Μήπως έχετε την Beau Mec;

-Την είχα, πολύ ωραία κολώνια, αλλά δεν την έχω

-Την Aqua Velva;

-Την είχα κι αυτή. Αλλά δεν την έχω

Είχαμε απελπιστεί πια, οπότε αποφασίσαμε να ρίξουμε τα μούτρα μας

-Μήπως έχετε την Μυρτώ;

-Την είχα…

-…αλλά δεν την έχετε

-Ναι. Πώς το ξέρεις;

Η αδερφή μου είχε φτάσει ένα βήμα πριν την υστερία.

-Τι θα κάνουμε;

-Όπως το βλέπω χαρτί κουζίνας θα του πάρουμε και αν του το δώσουμε με πολύ αγάπη, μπορεί να μη μας βρίσει πάρα πολύ

-Δεν φεύγω από εδώ αν δεν βρούμε δώρο. Θα δώσουμε σε όλους δώρα και όχι στον αδερφό μας; Εδώ θα μείνω μέχρι Δευτέρας Παρουσίας

Ίσως μας λυπήθηκε, ίσως σιχάθηκε να μας βλέπει τόση ώρα εν τέλει φιλοτιμήθηκε και έψαξε κάτι κουτιά και βρήκε ένα στυλό Parker. Στην αναβροχιά καλός και ο Parker.

Στην ανταλλαγή δώρων, όταν άλλαξε η χρονιά, το στυλό μας έκανε πολύ καλή εντύπωση.

-Πάντως αν δεν σου αρέσει, προέτρεψα τον αδερφό μου, μπορείς να πας να το αλλάξεις. Έχει τα πάντα. Ό,τι ζητήσεις, το βρίσκεις. Εξαιρετικό μαγαζί.

 

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε ώσπου παραμονές Χριστουγέννων βρίσκομαι εγώ με τον αδερφό μου και τα δυο μας ανήψια μέσα σε ένα από αυτά τα τεράστια μαγαζιά με παιχνίδια. Κανείς δεν μας είχε προετοιμάσει πως όταν βάζεις παιδιά μέσα σε τέτοια μαγαζιά, είναι σαν να βάζεις εθισμένο στον τζόγο μέσα στο Λας Βέγκας. Έτρεχαν παντού, σε κάθε διάδρομο, φώναζαν όλο ενθουσιασμό, έλεγαν κάτι ακατάλυπτα ονόματα παιχνιδιών και εμείς από πίσω να τρέχουμε πανικόβλητοι μην τα χάσουμε από τα μάτια μας. Και μέσα σε όλον αυτόν  τον πανικό να περνάω μπροστά από ένα δέντρο που είχε μάτια, τεράστιο στόμα και τραγουδούσε με τη φωνή του Καλλίρη, χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Είμαι βέβαιη πως οι φωνές μου πρέπει να ακούστηκαν μέχρι την Αίγινα αλλά δεν φταίω. Με κοψοχόλιασε το Καλλιρόδεντρο. Όταν επιτέλους φύγαμε δεν ήμασταν σε θέση να απαντήσουμε με σαφήνεια ποιοι είμαστε και για ποιο λόγο είχαμε βρεθεί εκεί, ενώ οι δύο μικροί συνεπιβάτες μας συνέχιζαν με αμείωτο ενθουσιασμό να μιλάνε για παιχνίδια, ενώ ήθελαν να τους υποσχεθούμε πως θα τους ξαναπάμε εκεί. Ναι, σιγά μην κάνω το ίδιο λάθος. Άσε δηλαδή που είχα και θυμώσει γιατί κανείς από τους δύο, παρά τις προτροπές μου, δεν είχε διαλέξει τον Τίγρη μπόινγκ μπόινγκ. Αλλά έτσι είναι τα σημερινά παιδιά. Δεν σκέφτονται τις θείες τους.

 

Από τότε δεν μου έχει τύχει κάτι αξιομνημόνευτο κατά τη διάρκεια της γιορτινής βόλτας στα μαγαζιά, όμως ελπίζω πως φέτος ίσως συμβεί. Αλλά συμβεί ή όχι λίγο με νοιάζει γιατί αυτή η βόλτα είναι από τις πιο αγαπημένες μου. Δεν βλέπω την ώρα να πάω να χαζέψω στολισμένες βιτρίνες και να μπερδευτώ μέσα στον κόσμο. Και ποιος ξέρει; Μπορεί να συναντήσω και κανένα παιδάκι που θα προσπαθεί να πάρει τα παιχνίδια από τους άγιους Βασίληδες που γυρνάνε αυτές τις μέρες στην Αθήνα.

Συντάκτρια άνευ χαρτοφυλακίου|Ενίοτε και με χαρτοφυλάκιο|Όταν μεγαλώσω θα γίνω η Πάστα Φλώρα Β'

No Comments

Post a Comment