Τα γλυκά των παιδικών μας καλοκαιριών - The Daily Owl
fade
31190
post-template-default,single,single-post,postid-31190,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive

Τα γλυκά των παιδικών μας καλοκαιριών

Καθένας θυμάται τα παιδικά του καλοκαίρια διαφορετικά. Σε μπαλκόνια διαμερισμάτων στον Νέο Κόσμο, σε 70s εξοχικά στο Πόρτο Ράφτη, σε ορεινά χωριά των Τρικάλων, τα παιδικά μας καλοκαίρια διέθεταν μια συνέπεια και μια ομοιομορφία στη δομή τους. Ξέραμε σίγουρα ότι από 15 Ιουνίου το σχολείο ανήκε στο παρελθόν και ότι από το ίδιο απόγευμα μπορούσαμε να παίξουμε ατελείωτες ώρες, να δούμε (σχεδόν) όση τηλεόραση θέλαμε και, βέβαια, να κοιμηθούμε “αργά”, δηλαδή ως και μετά τις 11, χωρίς τη γκρίνια των γονιών μας ότι δεν θα ξυπνούσαμε την επόμενη. Οι διακοπές ήταν ίδιες κάθε χρόνο. Πηγαίναμε στο χωριό, στο εξοχικό ή, αν οι γονείς μας ήταν ιδιαίτερα “περιπετειώδεις”, και στα δυο. 

 

Παιχνίδι, θάλασσα, ύπνος και ξανά τα ίδια ήταν η βάση των καθημερινών μας δραστηριοτήτων, ειδικά για όσους μεγαλώσαμε την εποχή που η τηλεόραση αποτελούσε μια ελεγχόμενη (από γονείς και κηδεμόνες) δραστηριότητα, πρωτίστως με τη δικαιολογία “θα χαλάσουν τα μάτια σου”. Μετά τον υποχρεωτικό μεσημεριανό ύπνο, ξυπνούσαμε με όρεξη να διαβάσουμε τα βιβλία της σειράς “Χαρούμενες Διακοπές”, κόμικς και παιδική λογοτεχνία. Το απόγευμα ήταν και η ώρα του γλυκού, καθώς η ελαφράδα του καλοκαιριού θόλωνε κάπως την αποφασιστικότητα των γονιών να μας κρατήσουν μακριά από τη ζάχαρη – ίσως επειδή ήταν μια καλή ευκαιρία για να υποκύψουν και οι ίδιοι στη γοητεία της, και μάλιστα χωρίς τύψεις. 

 

Τα γλυκά εκείνης της εποχής ήταν κάπως ομοιόμορφα, υπακούοντας στη νόρμα των ίδιων των καλοκαιριών. Κυριαρχούσαν τα γλυκά ψυγείου, τα εύκολα, γευστικά και δροσερά, που έλυναν τα χέρια των μαμάδων και των γιαγιάδων απέναντι στην καθημερινή ανάγκη για ύπαρξη τουλάχιστον ενός επιδορπίου, τόσο για να συνοδεύσει ως κέρασμα τον απογευματινό καφέ με τις γειτόνισσες, όσο και για να ικανοποιήσει τη δική μας ανάγκη για γλυκό και μάλιστα ετοιμασμένο στο σπίτι και με ελεγμένο περιεχόμενο.

 

Κάθε νοικοκυρά είχε τη δική της “μικρή σπεσιαλιτέ”, η οποία άλλοτε είχε ως προέλευση ένα (ή παραπάνω) κουτί, άλλοτε είχε ως βάση έτοιμο υλικό από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς κι άλλοτε αποτελούσε το συνδυαστικό αποτέλεσμα της γαστρονομικής της φαντασίας και προσωπικής προσέγγισης της γεύσης. 

 

 

 

 

Ο κορμός (μωσαϊκό)

 

 

Ο κορμός ήταν εξίσου διαδεδομένος τον χειμώνα, καθώς η ευκολία του είναι μνημειώδης. Μιλάμε για την “πατσαβουρόπιτα” ή την “ομελέτα” του γλυκού, στο πλαίσιο του οποίου κάθε νοικοκυρά μπορούσε να προσθέσει τις δικές της γευστικές πινελιές. Από μαρμελάδα φράουλα ως πραλίνα φουντουκιού και δεύτερο είδος μπισκότων, ως κονιάκ (“λίγο, μην μεθύσουν τα παιδιά”), ξύσμα μαύρης σοκολάτας και καρύδια, οι παραλλαγές του κορμού ήταν πολλές και εξίσου νόστιμες. Στα μέσα των 90s κάποιοι μερακλήδες είχαν ήδη αρχίσει να τον σερβίρουν με μια μπάλα παγωτό βανίλια. 

Επειδή ο κορμός είναι ουσιαστικά το εύκολο γλυκό όλης της χρονιάς, ο ενθουσιασμός μας ως παιδιά απέναντι σε δυο παγωμένες φέτες κορμού ήταν μέτριος και βαθιά μέσα μας θα προτιμούσαμε να πεταχτούμε ως το περίπτερο για να δαγκώσουμε μια λαχταριστή “Πατούσα“. 

 

 

 

 

Η κρεμ καραμελέ

 

 

Όλοι έχουμε μια θεία τόσο τεμπέλα που το μόνο γλυκό που είχε πάντα στο ψυγείο της ήταν η κρεμ καραμελέ του κουτιού. Η “δυσκολία” του εν λόγω γλυκού εντοπιζόταν στο άνοιγμα του φακέλου με το σιρόπι και την ίση κατανομή του στις φόρμες της κρέμας πριν αυτές περιχυθούν με το μείγμα που θα πάγωνε για να αποτελέσει την πιο τίμια ετοιματζίδικη κρέμα καραμελέ.

Στα περισσότερα παιδιά τούτο το γλυκό δεν άρεσε ιδιαίτερα, καθώς η καραμέλα πίκριζε. Επίσης, ήθελες τρεις για να χορτάσεις και κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να καταψύξει τα ριγέ πλαστικά μπολάκια που άνοιγαν στον πάτο και που η μάνα μας είχε αγοράσει από επίδειξη πασίγνωστης μάρκας τάπερ. Η τοποθέτηση στην κατάψυξη έδινε στο μείγμα μια υφή semi-freddo και έτσι ο μικρός ενθουσιασμός ενόψει της κατανάλωσης κρεμ καραμελέ είχε προοπτική να μεγαλώσει κάπως, καθώς αυτή η βερσιόν θα μας ξεγελούσε μοιάζοντας στο σπιτικό παγωτό.

 

 

 

 

Το σπιτικό παγωτό

 

 

Οι νοικοκυρές που το είχαν σε κακό να βάλουν φακελάκια-που-θα-γινόντουσαν-γλυκά στην κουζίνα τους, έφτιαχναν τη δική τους καλοκαιρινή γευστική ιστορία στην παγωτομηχανή. Αυγά, φρέσκο γάλα, βανίλια, ζάχαρη, χτύπημα ανά δυο ώρες – παλιότερα με το χέρι και πιο μετά με παγωτομηχανή – για ένα αποτέλεσμα κατά το δυνατόν “τσιχλωτό” και σε κάθε περίπτωση χωρίς κρυστάλλους, καθώς τυχόν υποψία τους θα σήμαινε την αποτυχία τους στο mastering της καλοκαιρινής νοικοκυροσύνης. 

Παρότι το παγωτό ψυγείου είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας, το σπιτικό ήταν πάντα μια καλή λύση, εκτός βέβαια, αν ήταν παρφέ, οπότε τα ψιλοκομμένα φρουί γλασέ και τα αμυγδαλάκια μάς χαλούσαν την ανόθευτη γεύση της βανίλιας, η οποία θεωρούσαμε πως απογειωνόταν μοναχά με ένα πηχτό σιρόπι από κακάο, έτοιμο από το μπουκάλι. Ο πρώτος που δοκίμασε να ρίξει πραλίνα φουντουκιού στο παγωτό (και να το μοιραστεί μαζί μας) δεν δοξάστηκε όσο έπρεπε.

 

 

 

 

To εκλαίρ

 

 

Συνήθως όταν οι γονείς μας είχαν τραπέζι, η μητέρα μας ήθελε να σερβίρει κάτι πιο εξεζητημένο από μια απλή παγωμένη κρέμα, χωρίς όμως το γλυκό να είναι ήδη έτοιμο αγορασμένο απέξω. Η μέση λύση βρισκόταν στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς, που πουλούσε έτοιμα ψημένα εκλαίρ. Μια κρέμα αραβοσίτου ή μια καλά χτυπημένη κρέμα κουτιού με κακάο γέμιζε το “βαρκάκι” του εκλαίρ, πάνω στο οποίο έπεφτε την τελευταία στιγμή πριν το σερβίρισμα, σιρόπι κακάο ή καραμέλας. 

Μας άρεσε το γλυκάκι αυτό, αν και πάντα θέλαμε λίγο παραπάνω σιρόπι. Στην πραγματικότητα, αυτό που μας έλειπε ήταν η πραλίνα φουντουκιού, ώστε το “βαρκάκι” να κολυμπήσει σωστά μέσα της. Το Cacao Kayak που σερβίρεται στο νέο μενού του Cap Cap, Unicorn Party, κλείνει μέσα του την παιδική γεύση του γεμιστού εκλαίρ, καθώς αυτή απογειώνεται μέσα από το συνδυασμό της με την πραλίνα φουντουκιού με κακάο. 

 

 

 

 

 

Τα choux και το προφιτερόλ 

 

 

Η εναλλακτική του εκλαίρ, για τις μητέρες που ήθελαν κάτι λίγο πιο πολύπλοκο, ήταν τα μικρά έτοιμα σου, πάλι από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς. Τα γέμιζαν προσεκτικά με κρέμα πατισερί, τα τοποθετούσαν σε ατομικά μπολάκια με ποδαράκι και πολύ προσεκτικά έριχναν από πάνω μια αραιή γκανάς σοκολάτας. Λίγες ροζέτες σαντιγί στο σερβίρισμα ολοκλήρωναν το όνειρο που άκουγε στο όνομα “προφιτερόλ“, την ώρα που εμείς παραμονεύαμε στην κουζίνα για να βουτήξουμε το δάχτυλό μας μέσα στο μπολ της χτυπημένης σαντιγί. 

Στο νέο μενού του Cap Cap, Unicorn Party, το προφιτερόλ των παιδικών μας καλοκαιριών έγινε διπλό σου με τρεις γεμίσεις, σοκολάτα, λεμόνι και τσιχλόφουσκα, ενώ στην παγωμένη του βερσιόν, γέμισε με παγωτό βανίλια και κολύμπησε μαζί με σάλτσα σοκολάτας. 

 

 

 

 

 

Το “ζελεδάκι” ή, αλλιώς, “γλυκό ψυγείου”

 

 

Ο βασιλιάς του σπιτικού γλυκού, το ελληνικό αντίστοιχο του όρου “pudding”, είναι, βέβαια, το “γλυκό ψυγείου”. Χτισμένο επιμελώς ατημέλητα μέσα σε ένα πυρέξ ή σε ένα μεγάλο (συνήθως μπορντό) τάπερ με ζαχαρί καπάκι, το γλυκό αυτό περιλάμβανε μια στρώση μπισκότου πτι-μπερ ή φρυγανιάς, μια στρώση κρέμας άνθους αραβοσίτου και μια στρώση ζελέ. Η βασική του μορφή “σήκωνε” αρκετές παραλλαγές, με τη φρυγανιά συχνά να ποτίζεται ελαφρά με ένα απλό σιρόπι, την κρέμα είτε να ψήνεται και μετά να παγώνει, είτε να χτυπιέται κατευθείαν με κρύο γάλα, είτε – για τους “ψαγμένους” να αποτελεί συνδυασμό των δυο αυτών μεθόδων, και το ζελέ να ποικίλλει σε γεύσεις, μέσα στις οποίες τοποθετούνταν ψιλοκομμένες κομπόστες φρούτων. 

Η παρασκευή του ενείχε, βέβαια, και κάποιες δυσκολίες, καθώς η κρέμα έπρεπε να περιχυθεί με προσοχή πάνω από τα μπισκότα, ώστε αυτά να μη “σηκωθούν” και κολυμπήσουν στην επιφάνειά της, απαιτούσε δε πάγωμα μέχρι να ετοιμαστεί το ζελέ, το οποίο επίσης έπρεπε να περιχυθεί με προσοχή, ώστε να μην δημιουργήσει λακκούβες στην κρέμα. Μια μέρα χρειαζόταν αυτό το γλυκάκι για να γίνει και αυτός ήταν ένας ακόμα παράγοντας που ενίσχυε τον ενθουσιασμό μας κατά το σερβίρισμά του. Συνήθως μας άφηναν να φάμε και δεύτερο κομμάτι, ενώ αν περιμέναμε κόσμο στο σπίτι, το γλυκό έβγαινε και σε παραλλαγή με κρέμα βανίλια και κρέμα σοκολάτα, χωρίς ζελέ, αλλά με τρούφα στην κορυφή. 

Το Pineapple Dream που σερβίρεται στο Unicorn Party του Cap Cap αποτελεί φόρο τιμής στο αγαπημένο σπιτικό γλυκό των παιδιών μας χρόνων. Τριμμένο τραγανό μπισκότο στη βάση του, μαρμελάδα ολόκληρης φράουλας, αφράτη κρέμα πατισερί και δροσερό ζελέ ανανά με κομμάτια ανανά στην κορυφή, μάς θυμίζουν κάθε ανέμελο παιδικό μας καλοκαίρι. Τότε, που τα απογεύματα που δρόσιζε οι γονείς μας έπιναν ελληνικό καφέ στο μπαλκόνι κι εμείς κρυφά, την ώρα που δεν κοιτούσαν, πιάναμε δειλά με τα δυο μας χέρια το φλιτζανάκι τους και ρουφούσαμε μια μικρή γουλιά, παρακαλώντας να έχουμε πετύχει τουλάχιστον τον μέτριο και όχι τον σκέτο. 

 

 

Τα παιδικά μας καλοκαίρια δεν θα επιστρέψουν. Το Unicorn Party του Cap Cap σερβίρει καθημερινά τις γεύσεις των παιδικών μας καλοκαιριών, ταξιδεύοντάς μας στο χρόνο και τη γλυκιά του νοσταλγία. 

 

 

 

 

Cap Cap Αιγάλεω, Το Σπίτι του Ποντικού με τον Γαλάζιο Φιόγκο: Πανόρμου 26, Αιγάλεω, τηλ.: 210 59 04 116

Cap Cap Ελληνικό, Ο Κήπος των Θαυμάτων: Λεωφ. Ιασωνίδου 10, Ελληνικό, τηλ.: 210 96 45 008

Cap Cap Κηφισιά, Το Ζαχαροπλαστείο των Χαμένων Συνταγών: Αγ. Τρύφωνος 26, Κηφισιά, τηλ.: 210 80 17 424

 

 

 

 

Πηγές φωτογραφιών: 1, 2, 3, 4

Photo credit Pineapple Dream: Βασίλης Μαυροματίδης 

Meta Capsule

Cake Baker / Έχω σπουδάσει Μπαγιαντέρα στη Λυών / Η τσιπούρα είναι ιχθυοκαλλιέργειας.

No Comments

Post a Comment