Αναζητώντας τα Χριστούγεννα - The Daily Owl
fade
11123
post-template-default,single,single-post,postid-11123,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive

Αναζητώντας τα Χριστούγεννα

Κάποτε ήταν ένα όμορφο διάφανο μπουκάλι, που κρύβοντας μια δροσερή πορτοκαλάδα στεκόταν στην προθήκη ενός ψυγείου μαζί με τα αδέρφια του, τα άλλα μπουκάλια δηλαδή. Περίμενε κάποιον να το διαλέξει για να εκπληρώσει το πεπρωμένο του. Ένα μικρό διψασμένο παιδί δεν άργησε να το αγοράσει. Αφού ευχαριστήθηκε το γλυκό πορτοκαλένιο χυμό, έγραψε ένα μήνυμα σε ένα χαρτί, έβαλε το μήνυμα στο μπουκάλι και το έριξε στη θάλασσα. Το μήνυμα έκρυβε μια ευχή.

Το μπουκάλι ταξίδεψε το μήνυμα στα πέρατα της γης. Από το Βορρά στο Νότο, από τη Δύση στην Ανατολή. Ταξίδεψε με όμορφες μέρες, αλλά και με τρομερές καταιγίδες. Με τον καιρό το χαρτί που είχε το μήνυμα διαλύθηκε, το μπουκάλι όμως είχε νιώσει την ευχή που έκρυβε εκείνο το χαρτί έστω και αν σιγά-σιγά ξέχναγε και αυτό πώς είχε ξεκινήσει το ταξίδι του. Μετά από πολύ καιρό το μπουκάλι ξεβράστηκε σε μια όμορφη ξανθή παραλία και τόσο την ερωτεύτηκε που μόλις την άγγιξε το γυάλινο διάφανο σώμα του που είχε θαμπώσει πια από το ταξίδι έσπασε σε χίλια μικροσκοπικά κομμάτια, σχεδόν σαν σκόνη μα πιο μεγάλα, σαν πέτρες αλλά πιο μικρά, σε κόκκους, κόκκους άμμου. Περήφανη η ξανθή παραλία για τα καινούργια της παιδιά που πλήθυναν την ύπαρξή της, συνέχισε να απολαμβάνει το ζεστό ήλιο ικανοποιημένη.

Από όλους τους κόκκους που γεννήθηκαν, γεννήθηκε και ένας με μια λέξη στο στόμα: Χριστούγεννα. “Τι είναι Χριστούγεννα;”, ρώτησε τα αδέλφια του που είχαν γεννηθεί μαζί του αλλά κανένα δεν ήξερε να του απαντήσει. Τότε ρώτησε τα ετεροθαλή αδέλφια του, τους παλιότερους κόκκους άμμου, τι είναι Χριστούγεννα; Ο κόκκος άμμου ήταν γεμάτος απορία, μήπως είναι κάτι καλό; Κάτι κακό; Κάτι ωραίο ή άσχημο; Τρώγεται, πίνεται, φοριέται; Ούτε και εκείνα όμως ήξεραν να του απαντήσουν.

Θα το πω στη μαμά, στην ξανθή παραλία, σκέφτηκε, εκείνη ίσως ξέρει. Μάζεψε όλη του τη δύναμη και φώναξε με δύναμη: “τι είναι Χριστούγεννα;” Η ξανθή παραλία δεν ήξερε να του πει. “Μα θέλω να μάθω”, απάντησε κατσούφικα ο μικρούλης κόκκος. Εκείνη του απάντησε ότι τα μεγάλα ερωτήματα απαντιούνται με τη γνώση. Και η γνώση αποκτιέται μόνο με μεγάλα ταξίδια. Φώναξε λοιπόν τον φίλο της τον άνεμο για να βοηθήσει το μικρούλη κόκκο άμμου στο ταξίδι του για να μάθει για τα Χριστούγεννα.

Ο άνεμος πολύ πρόσχαρος και παιχνιδιάρης ήρθε αμέσως. Ο κόκκος άμμου τον ρώτησε: “τι είναι Χριστούγεννα;”. Δεν ξέρω τι είναι, του απάντησε. Μου φαίνεται είναι κάτι που θέλει πολύ χρόνο. Εμένα μου αρέσει να τρέχω εδώ κι εκεί, γιατί έχω και πολλές δουλειές. Χωρίς να χάνει άλλο χρόνο σήκωσε μαλακά τον μικρούλη κόκκο και του είπε ότι θα τον ταξίδευε σε μακρινούς τόπους να συναντήσει κάποιον που θα ήξερε τι είναι Χριστούγεννα. Θα έμενε μαζί του μέχρι τις τελευταίες βροχές του φθινοπώρου.

Ταξίδεψαν πολύ μαζί, διέσχισαν όλη τη γη. Κάποια στιγμή συνάντησαν τον αετό. Ο κόκκος ρώτησε τον αετό: “τι είναι Χριστούγεννα;”.  “Δεν ξέρω τι είναι”, του απάντησε ο αετός, “μου φαίνεται ότι είναι κάτι που μας κάνει αδύναμους. Μου αρέσει να είμαι ισχυρός”. Συνέχισαν ο άνεμος και ο κόκκος το ταξίδι τους. Έφτασαν σε ένα βουνό και είδαν το δέντρο. “Τι είναι Χριστούγεννα;”, ρώτησε ο κόκκος. “Δεν ξέρω τι είναι”, απάντησε το δέντρο, “μου φαίνεται ότι είναι κάτι που θέλει θυσίες. Μου αρέσει να στολίζω το δάσος”. Πιο πέρα συνάντησαν ένα δάσος και βρήκαν τον σκίουρο. “Τι είναι Χριστούγεννα”; ρώτησε ο κόκκος. “Δεν ξέρω”, απάντησε ο σκίουρος, “μου φαίνεται είναι κάτι που πρέπει να μαζεύεις. Μου αρέσει να έχω αφθονία”. Έφτασαν κοντά σε μια λίμνη, όταν ο άνεμος του είπε ότι έπρεπε να τον αφήσει τον μικρούλη κόκκο άμμου. Με όλο αυτό το ταξίδι είχε παραμελήσει τις δουλειές του και είχαν περάσει και οι τελευταίες φθινοπωρινές βροχές. Το ταξίδι της γνώσης για τα Χριστούγεννα ήταν πολύ μεγάλο και δεν ήταν δικό του.

Ο κόκκος ευχαρίστησε τον άνεμο για όσα είχε κάνει για εκείνον και ο άνεμος τον άφησε στην επιφάνεια της ήσυχης λίμνης το ίδιο μαλακά, όπως όταν τον είχε πάρει στην αρχή του ταξιδιού τους από την μητέρα του την ξανθή παραλία.

Και ο κόκκος της άμμου ήταν τόσο μικρούλης που δεν μπορούσε να βουλιάξει στην λίμνη και ισορροπούσε στην επιφάνειά της. Ρώτησε τη λίμνη: “τι είναι Χριστούγεννα;”.  “Δεν ξέρω τι είναι”, του απάντησε εκείνη,”αλλά μου φαίνεται ότι είναι κάτι αδιάφορο. Μου αρέσει να κάθομαι ήρεμη και να μην κάνω τίποτα”. Απογοητεύτηκε τόσο ο κόκκος που δεν κατάλαβε ότι έτσι όπως έκανε ζέστη, οι μικροσκοπικές σταγόνες της λίμνης εξατμίζονταν και τον πήραν μαζί τους. “Τι είναι Χριστούγεννα;” τις ρώτησε. “Δεν ξέρουμε τι είναι”, απάντησαν με μια φωνή εκείνες, “μας φαίνεται είναι κάτι που θέλει κόπο και εμείς ήδη κουραζόμαστε με τις δουλειές μας”, απάντησαν οι σταγόνες. Οι σταγόνες έφτασαν στον γαλανό ουρανό και έγιναν μεγάλα σύννεφα. Ο κόκκος ρώτησε τα σύννεφα: “τι είναι Χριστούγεννα;”.  “Δεν ξέρουμε τι είναι”, απάντησαν τα σύννεφα, “αλλά νομίζουμε ότι είναι κάτι λυπηρό. Μας αρέσει να κλαίμε¨, απάντησαν. Και άρχισε μια μικρή βροχούλα ψιλή στην αρχή που όλο και δυνάμωνε. Δυνάμωσε τόσο που εμφανίστηκε ο κεραυνός. “Τι είναι Χριστούγεννα;”, τον ρώτησε ο κόκκος. “Δεν ξέρω τι είναι”, απάντησε ο κεραυνός, “μου φαίνεται ότι είναι κάτι εξοργιστικό. Μου αρέσει να οργίζομαι και να ξεσπώ”, είπε και φώτισε όλο τον ουρανό με την αγριότητά του.

“Τι είναι Χριστούγεννα κανείς δεν ξέρει. Μου φαίνεται άδικα έκανα αυτό το μεγάλο ταξίδι μακριά από τα αδέλφια μου και την μαμά μου”, σκέφτηκε ο μικρούλης κόκκος και ένιωσε να κρυώνει, και να παγώνει. Και ξαφνικά ένιωσε να αιωρείται και να αφήνει τα απαλά σύννεφα. Τον είχε αγκαλιάσει σφικτά μια χιονονιφάδα. “Είναι το πρώτο μου ταξίδι και είμαι λίγο νευρική”, του εκμυστηρεύτηκε. Ο κόκκος της άμμου την ευχαρίστησε που τον είχε πάρει μαζί της. “Ο μπαμπάς Χειμώνας λέει είμαστε το καλύτερο δώρο αυτή την εποχή”, συνέχισε εκείνη. Ο κόκκος της άμμου δεν της απάντησε. Σκεφτόταν το σπίτι του, τον φίλο του τον άνεμο, όλους εκείνους που είχε συναντήσει καθώς ταξίδευε να μάθει τι είναι Χριστούγεννα.

“Κοίτα”, άρχισε να του λέει η χιονονιφάδα που κατάλαβε ότι ήταν μελαγχολικός. “Κοίτα τι όμορφα που στόλισαν πάλι τώρα μέσα στην καρδιά του πατέρα Χειμώνα. Κοίτα τα πολύχρωμα φωτάκια. Άκου τις ζεστές φωνές, τα χαρούμενα γέλια μικρών και μεγάλων. Δες πώς συναντιούνται και αγκαλιάζονται μετά από καιρό. Δες τα παιδάκια πώς κοιτούν τη φάτνη με το μικρό Χριστό. Δες πώς παίζουν και τραγουδούν όλα σε ένα χορό. Δες πώς κοιτούν τον δικό μας ερχομό”. Ο μικρούλης κόκκος σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε μια τόσο μαγική εικόνα που δεν είχε ξαναδεί σε ολάκερο το ταξίδι του. “Τι είναι;”, ρώτησε γεμάτος απορία ο μικρούλης κόκκος άμμου καθώς κατέβαινε σιγά-σιγά με την χιονονιφάδα για να ακουμπήσει το χέρι ενός παιδιού. Το παιδί το είχε απλώσει και τους περίμενε με καρτερικότητα να φτάσουν.

“Χριστούγεννα!”, φώναξε το παιδί με μια φωνή χαρμόσυνη, μια φωνή γεμάτη πορτοκαλί φως.

“Χριστούγεννα με χιόνι”, είπε, “όπως ακριβώς το ‘χα ευχηθεί, όταν έριξα το μπουκάλι μου στη θάλασσα”.

 

Sophia Valentinos-Karolos

Sophia Valentinos - Karolos η Ονειροπαρμένη, απόγονος της τρωικής Κασσάνδρας με ειδίκευση σε αρχαιοελληνικούς και ρωμαϊκούς μύθους, στενή φίλη του Λόγου, του Παραμυθιού, της Φαντασίας και του Ονείρου!

No Comments

Post a Comment