Τα Χριστούγεννα του Νικόλα - The Daily Owl
fade
13111
single,single-post,postid-13111,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive
21olZ

Τα Χριστούγεννα του Νικόλα

Τρεις μέρες έβρεχε συνεχώς. Τα πάντα είχαν γεμίσει λάσπη, δρόμοι, πεζοδρόμια, παπούτσια, άνθρωποι. Ένας ουρανός γκρίζος απλωνόταν πάνω από σπίτια και ανθρώπους που με μισοσπασμένες ομπρέλες, προσπαθούσαν να γλυτώσουν από την νεροποντή περπατώντας βιαστικά πριν κατορθώσουν να φτάσουν στην δουλειά τους. Αδιάβροχα και νερό γινόντουσαν ένα με τις φωνές των περαστικών όταν κάποιος αποφάσιζε να πατήσει λίγο περισσότερο το γκάζι του αυτοκινήτου, λούζοντας με λασπόνερα τους περαστικούς. Τι γκρίζο ήταν αυτό Θεέ μου! Ένα γκρίζο που έκανε ακόμα πιο θαμπές τις πολυκατοικίες που φύτρωναν η μία μετά την άλλη στις φτωχογειτονιές, γκρεμίζοντας χαμόσπιτα και όνειρα μιας άλλης εποχής. Τα Χριστούγεννα είχαν χρώμα μα και αυτό φαινόταν να μην αρέσει σε κανέναν.

Ο Νικόλας καθόταν στο παράθυρο του ορφανοτροφείου και κοίταζε την βροχή να χτυπά αδιάκοπα τα φύλλα των θάμνων που λύγιζαν κάτω από την ορμή της. Αυτός και τα άλλα παιδιά δεν είχαν μπορέσει να βγουν να πουν τα κάλαντα. Η θλιβερή χορωδία του ορφανοτροφείου ήταν περιζήτητη αυτές τις μέρες, όχι για τις αγγελικές φωνές της αλλά για την ταμπέλα που έφεραν οι μικροί χορωδοί. Τα «ορφανά» πήγαιναν να τραγουδήσουν σε εκδηλώσεις που παρευρίσκονταν πολιτικοί, δήμαρχοι, μεγαλοαστοί που, κρυμμένοι στην σιγουριά της έξοχης ζωής τους, έριχναν ένα βλέμμα όλο συμπόνια αυτές τις μέρες στους λιγότερο τυχερούς. Μαζί με τα πλούσια λόγια, άνοιγαν και το πορτοφόλι και έτσι μια δωρεά έκανε τους άτυχους λιγότερο άτυχους. Οι εκδηλώσεις τελείωναν, τα φώτα έσβηναν, ο κόσμος έφευγε και τα «ορφανά» γύριζαν στο ίδρυμα με την πόρτα να βαρά δυνατά πίσω τους. Χριστούγεννα οι μεν, Χριστούγεννα και οι δε.

Γύρισε το βλέμμα του και κοίταξε το στολισμένο δέντρο. Στην απόλυτη τάξη του κοιτώνα, φαινόταν σαν χαρούμενη αταξία με τα τόσα στολίδια του να λαμπυρίζουν πολύχρωμα αδιαφορώντας για το γκρίζο ή δίνοντας μάχη εναντίον του. Η κυρία Φαίδρα, χρόνια τώρα, στόλιζε το ορφανοτροφείο και τριγυρνούσε πασπαλισμένη χρυσόσκονη. Ξόρκιζε θαρρείς την μοναξιά των μικρών με γιρλάντες και αγγελάκια, λες και αυτά θα έπαιρναν ζωή και θα άνοιγαν τους ουρανούς. Χρόνια στο ίδρυμα, η κυρία Φαίδρα δεν άλλαξε τροπάρι. Τα Χριστούγεννα σήμαιναν χαρά και όνειρα, ελπίδα και ευχές.

Το κουδούνι σήμανε μονότονα. Είχε έρθει η ώρα για την χειροτεχνία. Ένας ακόμη τρόπος να εξοικονομηθούν κάποια έσοδα. Οι μικροί έφτιαχναν χριστουγεννιάτικα στολίδια τα οποία πωλούνταν στην αγορά. Και αυτά με ταμπέλα. «Φτιαγμένα από τα ορφανά» και χτυπούσαν τις ευαίσθητες χορδές του κόσμου που αυτές τις ημέρες ένιωθε φιλάνθρωπος και τα αγόραζε. Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου, όσο και να προσπαθούσε κανείς, οι χορδές παρέμεναν ασυγκίνητα σιωπηλές. Ο Νικόλας και τα υπόλοιπα παιδιά σηκώθηκαν και κίνησαν για την τραπεζαρία όπου στήνονταν το εργαστήρι του Αϊ Βασίλη. Σήμερα το πρόγραμμα είχε φάτνες. Ζωάκια, καλύβια, φοίνικες, ο μικρός Χριστός και οι γονείς του ήταν απλωμένα παντού και περίμεναν να μπουν σε μια τάξη. Ο Νικόλας έκατσε στο τραπέζι μαζί με τον Σταύρο και την Σόφη και άρχισε να καταπιάνεται με την χειροτεχνία του. Ένα καλύβι, δύο φοίνικες, δύο πρόβατα, ένα μοσχαράκι, τρία κουτάκια και τρεις φιγούρες. Ο νεογέννητος Χριστός και οι γονείς Του. Κράτησε γερά την φιγούρα του Ιωσήφ στα χέρια του. Την κοίταζε με επιμονή, με μια περίεργη προσήλωση. Η φασαρία στην αίθουσα μπερδευόταν με τις σκέψεις του. Έτσι να ήταν κι’ ο μπαμπάς του; Με μούσια και μανδύα; Μα όχι, δεν θα μπορούσε. Κανείς δεν φορούσε μανδύα πια. Συνέχισε να κοιτάζει την φιγούρα που ολοένα και μεγάλωνε στο μυαλό του. Έγινε άνθρωπος και άλλαξε τον μανδύα με παντελόνι, τα μούσια με ένα φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο σαν και αυτά που έβλεπε στους δασκάλους του. Την άφησε κάτω πριν πάρει την κόλλα για να την βάλει στην φάτνη. Στην φασαρία προστέθηκαν και γέλια καθώς το εορταστικό πνεύμα άρχιζε επιτέλους να παρασέρνει τα μικρά. Ο Σταύρος δίπλα του προσπαθούσε να αποφασίσει ποιο ήταν το καλύτερο σημείο να βάλει τα προβατάκια ενώ η Σόφη παιδευόταν με τους φοίνικες που δεν ήθελαν να σταθούν όρθιοι. Ο Νικόλας κράτησε για λίγο την φιγούρα της Μαρίας και την γύρισε στα χέρια του. Κάτι έψαχνε και σε αυτήν μα δεν μπορούσε να το βρει. Κοιτούσε χαμηλά, έβλεπε με τόση αγάπη το μικρό Χριστό που μόλις είχε γεννηθεί. Η κυρία Φαίδρα γύριζε σαν σβούρα ανάμεσα στα τραπέζια, έδινε οδηγίες, μοίραζε χαμόγελα και ανακάτευε που και που τα μαλλιά κάποιου πιτσιρικά που κοκκίνιζε μέχρι τ’ αυτιά από χαρά. Σαν άγγελος που είχε πέσει από ψηλά, σφύριζε κάλαντα και τραγούδια. Τα δικά της παιδιά είχαν μεγαλώσει πια και είχαν δική τους οικογένεια, αυτή όμως είχε υιοθετήσει χρόνια τώρα την μοναξιά των ανθρώπων.
Όλα είχαν στηθεί στην φάτνη. Ο Νικόλας τα είχε τοποθετήσει με προσοχή, έμενε μόνο το Θείο Βρέφος. Κοίταξε την μισοτελειωμένη φάτνη. Αν και είχε τόσα πράγματα, έλειπε αυτό που θα τα έκανε όλα να έχουν νόημα, να μην[blockquote pull=”right” align=”right” attributed_to=”” attributed_to_url=”{{attributed_to_url}}”]Ο Νικόλας αδιαφορούσε. Κοίταζε συνεπαρμένος την φάτνη του. Έβλεπε κάτι που οι άλλοι δεν έβλεπαν, ένιωθε κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν. [/blockquote] στέκουν παράταιρα λες και περίμεναν το λεωφορείο της γραμμής. Ξαφνικά, φωτίστηκε ο νους του. Πήρε τον μικρό Χριστό και τον έβαλε λίγο πιο ‘κει από το κέντρο. Μα γιατί να κάνει τέτοια παραφωνία; Βούτηξε από τον σωρό ακόμα έναν μικρό Χριστό και τον έβαλε δίπλα στον άλλο. Δύο μωράκια τώρα πρωταγωνιστούσαν. Σαν δίδυμα αδελφάκια, το ένα ακουμπούσε το άλλο και οι γονείς τους έριχναν βλέμματα όλο αγάπη και ευτυχία. Ναι, τώρα όλα είχαν νόημα. Ο Νικόλας κοίταξε όλο περηφάνια την τελειωμένη φάτνη. Όλα ήταν σωστά.
«Μα τι κάνεις εκεί;», ρώτησε όλο περιέργεια η Σόφη.
Ο Νικόλας δεν απάντησε, τελείως απορροφημένος από την φάτνη του.
«Δεν πρέπει να έχει δύο μωρά, είναι λάθος!», φώναξε η Σόφη και σκούντησε τον Σταύρο να πει την γνώμη του. Εκείνος σήκωσε αργά το κεφάλι του και είδε τι είχε κάνει ο φίλος του.
«Βγάλε το πριν στεγνώσει η κόλλα», είπε. «Θα φωνάζει η κυρία Φαίδρα», ήρθε η συμπληρωματική δήλωση.
Ο Νικόλας αδιαφορούσε. Κοίταζε συνεπαρμένος την φάτνη του. Έβλεπε κάτι που οι άλλοι δεν έβλεπαν, ένιωθε κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν. Η μικρή φασαρία εξαπλώθηκε στην αίθουσα και έφτασε στ’ αυτιά της κυρίας Φαίδρας η οποία ήρθε να δει τι γίνεται. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στην φάτνη με τα δύο μωρά και μετά στα μάτια του Νικόλα. Σ’ εκείνη την σπίθα του χρόνου, εκείνη είχε καταλάβει και εκείνος δεν χρειάστηκε να δώσει εξηγήσεις. Είχε μια οικογένεια, μια μαμά να τον κοιτάζει με αγάπη, έναν μπαμπά να στέκει εκεί για να τον προστατεύει, τρείς μάγους να του φέρνουν δώρα. Η κυρία Φαίδρα συγκινήθηκε. Θόλωσε για λίγο το σπινθηροβόλο βλέμμα της, χαμήλωσε τα μάτια της, μάζεψε τα αγγελικά φτερά της. Του έδωσε ένα φιλί στα μαλλιά και εκείνος για πρώτη φορά ένιωσε τις φτερούγες της. Ίσιωσε το κορμί της και φώναξε δυνατά.
«Λοιπόν, αυτή είναι η πιο ωραία φάτνη που είδα ποτέ μου!», και έφυγε βιαστική, ποιος ξέρει για πού, μάλλον τελικά είδε να ανοίγουν οι ουρανοί.
Τα μικρά, όλο περιέργεια, πήγαν κοντά να δουν την φάτνη. Σε κανένα δεν φάνηκε παράταιρο το δεύτερο μωρό. Θα έλεγες ότι ήταν εκεί πάντοτε, απλά, κάποιοι δεν μπορούσαν να το δουν, τώρα όμως το έβλεπαν όλοι. Στρώθηκαν στην δουλειά. Και η ιδέα του Νικόλα έγινε ανάρπαστη. Όλες οι φάτνες εκείνη την ημέρα είχαν δύο θεία βρέφη, ένα ο μικρός Χριστός και ένα τα ίδια, με μια ευχή να ανεβαίνει τόσο ψηλά που κανείς δεν μπορούσε να την δει ή να την ακούσει.
Την επόμενη μέρα, οι φάτνες ξεκίνησαν για το κατάστημα. Ο πωλητής απόρησε, ίσως και να αγχώθηκε για το πώς θα τις αγόραζε ο κόσμος. Που ακούστηκε τέτοιο παράδοξο; Μαζί με το παράδοξο όμως, ακούστηκε και η ιστορία του μικρού Νικόλα, που, μαζί με τις μέρες, χτύπησε και αυτή τις προαναφερθείσες ευαίσθητες χορδές του κόσμου. Την δεύτερη ημέρα είχαν ξεπουλήσει και οι παραγγελίες έπεφταν βροχή. Η ιστορία έφτανε σε όλων των ειδών τα αυτιά, μικρών, μεγάλων, σπουδαίων και τρανών, ασήμαντων και ταπεινών και ανάλογα, έμενε εκεί ή κατέβαινε μέχρι την καρδιά αν και η απόσταση ήταν μεγάλη και δύσκολη.

Τα τηλέφωνα βαρούσαν υστερικά στο ορφανοτροφείο. Ο πάταγος που είχαν κάνει οι φάτνες έφτασε μέχρι την άκρη της πόλης. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί, επώνυμοι και ανώνυμοι, όλοι ήθελαν να μιλήσουν με τον μικρό, να πάρουν μια δήλωση ή και μια φωτογραφία. Ο Νικόλας, από ένα παρατημένο παιδάκι, έγινε μικρός ήρωας της απονιάς, της ανάγκης και της δυστυχίας του κόσμου. Ξαφνικά, όλοι μιλούσαν για τον μικρό και τα περίεργα παιχνίδια της ζωής λες και αυτοί, ζούσαν σε άλλο πλανήτη. Φέτος κάτι είχε αλλάξει όμως. Αντί η χορωδία των ορφανών να αρχίσει τις επισκέψεις τραγουδώντας κάλαντα και χτυπώντας τριγωνάκια, κόσμος άρχισε να περνάει δειλά-δειλά τις μεγάλες σιδερένιες πόρτες. Αυτά τα Χριστούγεννα ήταν λιγότερο μοναχικά τελικά. Ένας-ένας άφηνε την ζεστασιά του σπιτιού του και πήγαινε μια βόλτα μέχρι αυτήν την γωνίτσα που συγκρατημένα χαμόγελα και μεγάλα μάτια κοιτούσαν όλο περιέργεια. Η κυρία Φαίδρα τα είχε λίγο χαμένα, κυρίως γιατί έπρεπε να βρει καινούριο εορταστικό ρεπερτόριο καθώς είχε εξαντλήσει όλα τα κάλαντα που ήξερε αλλά στριφογυρνούσε από διάδρομο σε διάδρομο και αίθουσα σε αίθουσα με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Χρόνια περίμενε το θαύμα και τώρα που αυτό ήταν εδώ, δεν σταματούσε να ρουφά την κάθε στιγμή του. Για πολλά ακόμα χρόνια θα θυμόταν αυτές τις μέρες μέχρι την στιγμή που πήρε και επίσημα πλέον τα φτερά της και πέταξε μακριά, ποιος ξέρει για που. Κάποιος Νικόλας θα την είχε ανάγκη.

Η μικρή Φαίδρα κοίταζε την φάτνη. Έξι χρονών πια, μπορούσε να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γύρισε προς τον πατέρα της που προσπαθούσε να στερεώσει κάτι φωτάκια στο δέντρο και τον ρώτησε με την μεγαλύτερη αθωότητα.
«Μπαμπά, γιατί η φάτνη έχει δύο Χριστούληδες;»
Ο κύριος Νικόλας κοίταξε την κόρη του που ήταν γεμάτη χρυσόσκονες και της απάντησε όλο τρυφερότητα.
«Αυτό το παιδάκι δεν είχε γονείς. Και αν κάτι χρειάζονται τα παιδάκια όλου του κόσμου είναι μια αγκαλιά, μια μεγάλη αγκαλιά που να τα χωρά όλα, να τα συγχωρεί όλα, να τα δέχεται όλα και να τους αγαπά όλους. Οι αγκαλιές και οι καρδιές δεν ξέρουν από λάθη και σωστά. Έτσι και σε αυτήν την φάτνη. Όλα τα μικρά παιδιά είναι καλοδεχούμενα, κανένα δεν περισσεύει. Τι λες κι’ εσύ Φαίδρα;»
Η μικρή κοίταξε τα δύο μωρά, το σκέφτηκε λίγο και απάντησε με την μεγαλύτερη σιγουριά που της έδιναν τα έξι της χρόνια.
«Ναι μπαμπά! Όλοι είναι καλοδεχούμενοι!»

 

 

ΠΗΓΕΣ

Συντάκτρια άνευ χαρτοφυλακίου|Ενίοτε και με χαρτοφυλάκιο|Όταν μεγαλώσω θα γίνω η Πάστα Φλώρα Β'

No Comments

Post a Comment