Η νεράιδα που μου πήρε ο καρκίνος. - The Daily Owl
fade
26781
post-template-default,single,single-post,postid-26781,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive

Η νεράιδα που μου πήρε ο καρκίνος.

Η “παλιοαρρώστια”

Το “κακό”.

Η ασθένεια που δεν τολμάς να πεις. Δεν τολμάς να προφέρεις το όνομά της. 

Κάτι σαν το όνομα του Βόλντεμορτ.

Θαρρείς και αν ψελλίσεις το όνομα του θα του δώσεις υπόσταση. Θαρρείς κι αν δεν φτάσει στα χείλη σου η λέξη θα σταματήσει να υπάρχει.

Φόβος. Αυτό είναι ο καρκίνος.

Η φήμη του προηγείται των συνεπειών του.

Κι αυτό τον κάνει στα μάτια μας μεγάλο.

Κι αυτό τον κάνει στα μάτια μας δυνατό.

Ο φόβος που προκαλεί μόνο και μόνο από το άκουσμά του.

Σχεδόν όλοι έχουν να σου πουν μια ιστορία απώλειας αγαπημένου προσώπου από τον καρκίνο.

Μάνα, πατέρα, γιαγιά, παππού, αδελφό, αδελφή, θείο, φίλο, συνάδελφο.

Κάποιον σου έχει πάρει. 

Μέσα σε αυτούς κι εγώ.

 

Δεν έχει τύχει να χάσω έναν άνθρωπο. Μία όμως περίπτωση είναι ξεχωριστή. 

Η πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη “κολλητός/η” ήταν όταν η μαμά μου μιλούσε για την φίλη της τη Γιώτα.

Η μητέρα μου και η Γιώτα ήταν φίλες από τότε που θυμόντουσαν τον εαυτό τους. Ουσιαστικά ήταν 2ης γενιάς κολλητές καθώς η γιαγιά μου και η μαμά της Γιώτας, η υπέροχη κυρία Σοφία (που κάνει τα καλύτερα ποντιακά πιροσκί) ήταν επίσης φίλες. Για την ακρίβεια η μόνη πραγματική κολλητή φίλη της γιαγιάς μου ήταν και είναι η κυρία Σοφία. Φίλες περίπου 60 χρόνια.

Αντίστοιχα ο πρώτος μου φίλος ήταν ο Γιώργος, ο γιος της. Δεν νομίζω πως θυμόμαστε τον εαυτό μας χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Σαν τις μητέρες μας.

Η Γιώτα ήταν μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου.

Ήταν νεράιδα ρε παιδί μου, πώς να στο πω. Δεν μιλούσε πολύ, δεν μπορούσες να καταλάβεις εύκολα τι έχει στο μυαλό της, κάπως κυκλοθυμική, λάτρευε τα παραμύθια και τη φαντασία και αγαπούσε τα Χριστούγεννα. Θα ‘λεγε κανείς πως θα μπορούσα να είμαι παιδί της. Βασικά είμαι και παιδί της.

Είχαμε μεταξύ μας μια πολύ στενή, ουσιαστική σχέση. Περνούσαμε ώρες συζητήσεων κάτω από το χριστουγεννιάτικο έλατο και μιλούσαμε για μουσική, βιβλία, ανθρώπινες συμπεριφορές, συνταγές μαγειρικής, ενέργειες, εξωγήινους.

 

Η Γιώτα χτυπήθηκε το 2005 από τον καρκίνο. Θυμάμαι ακόμα το τηλέφωνο που με πήρε η μητέρα μου σχεδόν διαλυμένη για να μου πει τα νέα. 

Θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα από την στιγμή που έμαθα πως ασθενούσε και έκανα πως δεν το ξέρω. Θυμάμαι τι φορούσε, τι φορούσε, τι μέρα ήταν, τι ώρα.

Η Γιώτα πάλεψε 4 χρόνια περίπου. 

Αυτά τα 4 χρόνια αγώνα και προσπάθειας τα έζησα έντονα. Η μητέρα μου για 4 χρόνια ήταν μαζί της σε κάθε θεραπεία. Δεν την άφησε και ήταν εκεί μέχρι το τέλος.

Θυμάμαι πως στο σχολείο νόμιζαν πως με το γιο της τον Γιώργο ήμαστε ξαδέλφια. Ήταν σίγουροι όλοι πως ήταν αδελφές.

Στο τέλος έγιναν. Κάτι περισσότερο από αδελφές. 

 

Τα 4 χρόνια του αγώνα δέθηκα ακόμα περισσότερο μαζί της. Η Γιώτα ήταν από τους πρώτους που είχε ακούσει την ιδέα μου για ένα μαγικό ζαχαροπλαστείο. 

Σχεδόν χωρίς να πιστεύω πως θα γίνει ποτέ, το περιέγραφα και μου έλεγε με σιγουριά “θα γίνει αφού το θες. Είσαι μάγος εσύ.”

Η Γιώτα ήταν σίγουρα από τους πρώτους ανθρώπους που με πίστεψαν για αυτό ακριβώς που είμαι και όχι για αυτό που δείχνω.

Γιατί δεν έδειχνα πάντα αυτό που είμαι. Δεν ήξερα τι είμαι.

 

Συζήτησα πολλές φορές για ώρες γιατί πιστεύει πως αρρώστησε.

Κι κράτησα ένα πράγμα. Μια συμβουλή που άλλαξε σχεδόν όλη μου τη ζωή.

“Να ζεις όπως σου λέει η καρδούλα σου.”

 

Τα τελευταία της Χριστούγεννα ζήτησε από το Γιώργο να την κάνει μια βόλτα για να δει στολισμένη την πόλη.

11 Γενάρη του 2009 έσβησε στα 47. Έχουν περάσει 8 χρόνια.

Και μου λείπει.

Μου το χριστουγεννιάτικο “ξωτικένιο” ταίρι μου κάθε φορά που στολίζω το σπίτι και δεν είναι εδώ…

Που δεν καθόμαστε άλλο στο σαλόνι να συζητήσουμε με τις ώρες για τις μεταφυσικές μας αναζητήσεις.

Μου λείπουν οι ιδιαίτερες αφιερώσεις της στις κάρτες που μου έστελνε.

Μου λείπει η αγάπη της για το παραμύθι.

Μου λείπει η εμμονή της στη λεπτομέρεια.

Μου λείπει να μοιραζόμαστε.

Μου λείπει η φωνής της όταν τραγουδούσε το “Φιλαράκι”.

 

Η τελευταία φορά που την είδα ήταν μία μέρα πριν φύγει.

Η τελευταία κουβέντα που άκουσα να μου λέει ήταν “μην σταματάς πουθενά, προχώρα.”

Και αποφάσισα να μην σταματήσω. Να προχωράω.

Να προχωράω και να θυμάμαι.

Ζω για να θυμάμαι πως δεν πρέπει να ξεχνώ,
Γιατί ότι ξεχνώ δεν το ‘ζησα,
Και η Λήθη τότε σκοτώνει τη Ζωή χειρότερα από το Θάνατο.

ΥΓ: Να λέτε τα “σ’ αγαπώ” σας όσο οι άνθρωποι σας στέκονται δίπλα σας ζωντανοί και ζεστοί. Κάποιες φορές δεν υπάρχει “μετά”.

 

DimMerlin

Ο Μάγος της Διπλανής Πόρτας | Stories are my Homeland | Minister for Magic at Cap Cap | Βρίσκω χαμένους ήρωες παραμυθιών | Γυρίζω και στο Μέρλιν

No Comments

Post a Comment