Η Μάνα Κουκουβάγια φτιάχνει μηλόπιτα - The Daily Owl
fade
34188
post-template-default,single,single-post,postid-34188,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive

Η Μάνα Κουκουβάγια φτιάχνει μηλόπιτα

Η Μάνα Κουκουβάγια, λίγη βρετανική εξοχή, το πιο αγαπησιάρικο μέρος του σπιτιού (λέγε με “κουζίνα”) και η μοναδική συνταγή για μηλόπιτα που θα χρειαστείς. 

 

 

Όταν ακούω τη λέξη μηλόπιτα αμέσως τρέχει ο λογισμός μου σε ομιχλώδη απογεύματα στη βρετανική εξοχή, όπου σε κάποια απομακρυσμένη αγροικία μια κυρία ετοιμάζει (εκεί, κατά τις 16.30 μ.μ.) το τσάι της οικογένειας. Θα το σερβίρει σε ζωγραφισμένα στο χέρι λουλουδάτα φλιτζάνια, συνοδεύοντάς το με κομμάτια λαχταριστής μηλόπιτας. Παραμυθένια εικόνα. Και μόνο η ομίχλη σε κάνει να θέλεις να κλείσεις τα μάτια σου και, μαγικά, να γίνεις μέρος αυτού του υπέροχου σκηνικού.

 

Σε πιο ελληνική εκδοχή, μηλόπιτα ακούω και σκέφτομαι φίλες, απόγευμα σε μια κουζίνα (το πιο αγαπησιάρικο μέρος του σπιτιού), καφέ και κουβέντα. Και να μας βρίσκει το σούρουπο και, χωρίς να το καταλάβουμε, το βράδυ. Και να τρώμε μηλόπιτα και να πίνουμε καφέ και να φανερώνουμε τις σκέψεις μας.

 

Σε παρασύρει η μηλόπιτα. Θες να μιλήσεις χωρίς περιστροφές. Έχει και ξινίλα, έχει και γλύκα. Μιλάς αυστηρά, αλλά κλείνεις το θέμα με αγάπη. Στο μεταξύ, κερδίζεις και πόντους εκτίμησης στον τομέα υγιεινή διατροφή, που λέει ο λόγος, αφού το κύριο συστατικό του γλυκού είναι φρούτο.

 

Η συνταγή που θα σας δώσω είναι εύκολη, δεν θέλω να σας κουράζω, και με σίγουρα αποτελέσματα.

 

 

 

Χρειαζόμαστε:

 

500 γρ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του (θα το ήθελα κοσκινισμένο, αν δεν σας πειράζει)

250 γρ. μαργαρίνη σε θερμοκρασία δωματίου (το προτιμώ σε μέτρια κατάσταση)

210 γρ. ζάχαρη

1 ποτηράκι (λέγε με σφηνάκι) κονιάκ

5 μέτρια μήλα πράσινα και κόκκινα (συνδυάστε τα όπως σας αρέσει) καθαρισμένα και ψιλοκομμένα

3 κουταλιές της σούπας καστανή ζάχαρη

1 κοφτό κουταλάκι του γλυκού γαρύφαλλο σε σκόνη

1 κουταλάκι του γλυκού κανέλλα (ε, σε σκόνη κι αυτή)

ζάχαρη άχνη, για να πασπαλίζετε στο σερβίρισμα (αν δεν θέλετε, κανένα πρόβλημα)

 

 

 

Διπλώνουμε μανίκια και.. :

 

Ξεκινάμε από τα μήλα. Τα καθαρίζουμε και με υπομονή τα ψιλοκόβουμε. Μην τα περάσετε για ευκολία από τον τρίφτη (ούτε καν τον «χοντρό»), γιατί την ευκολία πολλοί εμίσησαν, τη δόξα (του πετυχημένου γλυκού) ουδείς. Τα ανακατεύουμε με τις δύο από τις τρεις κουταλιές σούπας καστανή ζάχαρη, την κανέλλα και το γαρίφαλο και τα αφήνουμε ήσυχα σε μια άκρη. Δεν μας ενοχλούν, δεν τα ενοχλούμε.

 

Με τους γάντζους (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΦΤΕΡΟ) του μίξερ χτυπάτε πρώτα τη μαργαρίνη, που την έχετε κόψει σε κομμάτια (γι’ αυτό σας είπα να μην είναι και τελείως λιώμα, είχα τους λόγους μου) και προσθέτετε τη ζάχαρη. Βρίσκεστε στη μεσαία ταχύτητα και εκεί μένετε μέχρι τα δύο αυτά υλικά να δημιουργήσουν ένα ωραίο ζευγάρι.

 

Προσθέτετε το κονιάκ, συνεχίζετε για ένα λεπτό το χτύπημα και σιγά σιγά ρίχνετε και το αλεύρι (είπαμε κοσκινισμένο, έτσι; ). Αφού συμπαθηθούν και ενωθούν, προς το τέλος θα χρειαστεί να ζυμώσετε και λίγο με το χέρι, αλλά αυτό εμάς δεν μας τρομάζει, σωστά; Φοράτε γάντι (προτείνω) και κάνετε αυτό που πρέπει, για να δημιουργήσετε μια ζύμη σφιχτή.

 

Σε αλειμμένο με μαργαρίνη τσέρκι ή ταρτιέρα με διάμετρο περίπου 27-28 εκ., εγώ αυτή προτίμησα, πασπαλίζετε τη μία κουταλιά σούπας καστανή ζάχαρη, που κρατήσατε πριν. Απλώνετε τα (σχεδόν) 2/3 της ζύμης, βάζοντάς την στο κέντρο και πιέζοντας με υπομονή μέχρι να φτάσει καλά ως ψηλά στα τοιχώματα.

 

Εδώ θα θυμηθείτε τα μήλα, που είχατε αφήσει να περιμένουν ήσυχα ήσυχα, αλλά πρώτα ανάψτε τον φούρνο στους 180 βαθμούς με αντιστάσεις πάνω και κάτω.

 

Τοποθετείτε τα μήλα πάνω στην απλωμένη ζύμη και έτσι απλωμένα όλα μαζί τα αφήνετε να περιμένουν, όσο θα αποφασίζετε τι θα κάνετε με το πάνω μέρος της μηλόπιτας. Και εξηγούμαι. Μπορείτε να ανοίξετε τη ζύμη, που κρατήσατε, σε ένα είδος λεπτού φύλλου και να σκεπάσετε το γλυκό (δεν το συστήνω, αλλά δεν ξέρω και τα γούστα σας). Μπορείτε να κάνετε κορδόνια και να τα ρίξετε πάνω από τη μηλόπιτα, σχηματίζοντας ένα πλέγμα (αγάπη-φυλακή). Καθόλου κακή ιδέα.

 

 

Εγώ, ωστόσο, προτίμησα να το χειριστώ ως εξής: Ήθελα να κάνω ένα είδος κραμπλ (μόδα), που δεν είχα ξανακάνει, και επειδή δεν μου φάνηκε και σπουδαία ιδέα να κάνω τη ζύμη γρομπαλάκια (σικ), χρησιμοποίησα τον «χοντρό» τρίφτη (ναι, αυτόν που είχα σνομπάρει λίγο πριν… γυρνάει ο τροχός, τελικά!) και έτριψα σε όλη την επιφάνεια της ταρτιέρας το υπόλοιπο της ζύμης μου. Αυτοσχεδιάζοντας, έριξα και λίγη ακόμη καστανή ζάχαρη (ίσως πρέπει να σταματήσει κάπου αυτή η εμμονή) κατά τόπους για επιπλέον τραγανιστή απόλαυση.

 

Φουρνίζουμε (ΣΕ ΚΑΛΑ ΠΡΟΘΕΡΜΑΣΜΕΝΟ ΦΟΥΡΝΟ) και ψήνουμε για 45 με 50 λεπτά. Μην τρομάξετε, αν ροδοκοκκινήσει αρκετά, αυτό θέλουμε, για να είμαστε σίγουροι ότι τα μήλα μέσα δεν είναι σαν να έπεσαν μόλις από το δέντρο!

 

Βγάζετε από τον φούρνο, ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ λίγη ώρα να «σταθεί» το γλυκό (έτσι έλεγαν οι παλιές νοικοκυρές, ποτέ δεν πολυκατάλαβα τι σημαίνει, αλλά είναι υπέροχη έκφραση – στέκομαι κι εγώ και το κοιτάω με θαυμασμό) και σερβίρετε πασπαλίζοντας με σύννεφα μαγείας και ζάχαρης άχνης.

 

*Οι (λαχταριστές) φωτογραφίες είναι της Μάνας Κουκουβάγιας. 

 

 

 

Πολλά φιλιά Μάνας (Κουκουβάγιας)

Ritsa Stamou

Η Ρίτσα είναι μια παραδοσιακή Μάνα Κουκουβάγια. Καμαρώνει, παιδεύει, εκπαιδεύει δύο υπέροχα δίδυμα αγόρια, τον Στέφανο και τον Μάριο. Κάνει όσα κάνει, συνήθως, μια μάνα και, παράλληλα, γράφει, ονειρεύεται, ανησυχεί υπερβολικά, κάνει πολλά γλυκά, θυμώνει εύκολα, γι’ αυτό περπατάει πολύ, και βλέπει ΠΟΛΛΕΣ ταινίες!

No Comments

Post a Comment