Ο Μικρός Κλέφτης και τα Όνειρα των Ανθρώπων - The Daily Owl
fade
12804
single,single-post,postid-12804,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive
little-thief

Ο Μικρός Κλέφτης και τα Όνειρα των Ανθρώπων

Αυτή την ιστορία την άκουσε η Φωτεινή την Παραμονή των Χριστουγέννων. Πολλές ιστορίες της είχαν αφηγηθεί γύρω από τα Χριστούγεννα, όμως εκείνη ήταν η πιο περίεργη. Μιλούσε για τον Μικρό Κλέφτη και τα Όνειρα των Ανθρώπων.

Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και τα σχολεία είχαν κλείσει μόλις μια μέρα πριν. Η Φωτεινή, μιας και αγαπούσε το έθιμο, βγήκε με τις φίλες της να πούνε τα κάλαντα. Σε εκείνη τη μεγάλη βόλτα, που συνέβαινε μοναχά δυο φορές το χρόνο, η Φωτεινή, όντας μικρή ακόμα, είχε την ευκαιρία να απομακρυνθεί από τη γειτονιά της και να εξερευνήσει την πόλη. Διότι, εκτός από τα εντυπωσιακά καταστήματα στην αγορά, πίστευε πως σε εκείνη την μελαγχολική Τσιμεντούπολη, υπήρχαν μέρη ξεχωριστά.

Και πόσο χάρηκε όταν κατάφερε να εντοπίσει ένα από αυτά τα μέρη! Μακριά από το κέντρο και την αγορά, σε μια γειτονιά όπου δεν κατοικούσε πια πολύς κόσμος, η Φωτεινή και οι φίλες της ανακάλυψαν ένα παιχνιδάδικο, πολύ διαφορετικό από όλα τα άλλα. Όχι βέβαια πως υπήρχαν και πολλά στην Τσιμεντούπολη, μιας και από τότε που άνοιξε το τεράστιο εμπορικό, τα περισσότερα είχαν κλείσει.

Εκείνο όμως το παιχνιδάδικο είχε κάτι το ξεχωριστό. Τόσο η βιτρίνα όσο και το εσωτερικό του το έκαναν να μοιάζει με παλαιοπωλείο. Είχε μια ατμόσφαιρα όπως αυτή που συναντάς σε χώρους παλιούς μα καλοδιατηρημένους, όπου σου δίνουν την εντύπωση πως θα βρεις αντικείμενα που γλίτωσαν από τη φθορά του χρόνου. Όσο για τα παιχνίδια, που ήταν και το κύριο γνώρισμα του καταστήματος, είχαν κάτι του εντυπωσιακό που βέβαια αν δεν είσαι παιδί, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Όχι πως τα παιχνίδια εκείνα ήταν σαν κι αυτά που παίζουν τα παιδιά του σήμερα, κι όμως, παρότι ξεπερασμένα, έμοιαζαν πιο αληθινά από αυτά στις βιτρίνες των μεγάλων καταστημάτων.

Ένα καμπανάκι χτύπησε μόλις τα κορίτσια άνοιξαν την πόρτα και πριν καλά καλά κατέβουν τα σκαλοπάτια, ένας ευγενικός γεράκος έφτασε κοντά τους. Το μέρος ήταν άδειο από κόσμο και ο μόνος που βρισκόταν εκεί ήταν αυτός ο γερο-παιχνιδάς.

«Βρε, βρε!», είπε. «Καλώς τα! Τι μπορώ να κάνω για εσάς, παιδιά μου;»

Τα κορίτσια αιφνιδιάστηκαν από το καλωσόρισμα του ιδιοκτήτη, καθώς ο νους τους ήταν στα παιχνίδια, γι’ αυτό αρχικά έμειναν σιωπηλά, με τα τρίγωνα στα χέρια.

«Καλή σας μέρα κύριε και χρόνια σας πολλά», πήρε τελικά το θάρρος η Φωτεινή. «Να τα πούμε;»

«Πέστε τα, πέστε τα!» είπε ο γεράκος και τότε το παιχνιδάδικο γέμισε από τον ήχο των μεταλλικών τριγώνων και τις παιδικές φωνές που τραγουδούσαν το «Καλην ημέραν άρχοντες.» Κι αφού το τραγούδι έφτασε στο τέλος του, ο γεράκος πήγε να φέρει το κέρασμα, όπως απαιτούσε το έθιμο. Αντί όμως για χρήματα έδωσε στα κορίτσια γλυκά, σαν τον παλιό καιρό που λίγοι πια θυμούνται.

«Μπράβο σας παιδιά μου. Καιρό είχα να το ακούσω αυτό το τραγούδι και χάρηκα πολύ που μου το θυμίσατε. Πολύ σπάνια περνούν από εδώ για να μου τραγουδήσουν.»

«Θέλετε να πείτε πως δεν ήρθαν σήμερα άλλα παιδιά πριν από εμάς;», ρώτησε η Φωτεινή.

«Δεν έρχεται συχνά κόσμος από το μαγαζί μου.», απάντησε με μια πικρία ο γερο-παιχνιδάς. «Μόνο λίγοι που περνούν για να ρίξουν μια ματιά στα υπάρχοντα μου. Παιδιά πάντως δεν έρχονται διότι τα παιχνίδια μου θεωρούνται πλέον ξεπερασμένα.»

«Μα γιατί το λέτε αυτό; Έχετε πολύ όμορφα παιχνίδια.»

«Σε ευχαριστώ καλή μου! Τα περισσότερα είναι δικής μου κατασκευής. Κάποτε είχα προμηθευτές μέχρι που έμαθα την τέχνη τους και την αξιοποίησα.»

«Θα μπορούσαμε να τους ρίξουμε μια ματιά;»

«Φυσικά! Προσέξτε μόνο μη σπάσετε τίποτα. Μερικά από αυτά είναι αρκετά ευαίσθητα.»

Αν και η ιδέα άρεσε στη Φωτεινή, δεν συνέβη το ίδιο με τις φίλες της, οι οποίες την πίεζαν να φύγουν και να συνεχίσουν τη βόλτα. Όχι πως δεν τους άρεσε το παιχνιδάδικο και ο καλοσυνάτος ιδιοκτήτης του, τους κακοφάνηκε όμως που τους πρόσφερε γλυκά αντί για χρήματα, όπως περίμεναν. Έτσι, βγήκαν από το μαγαζί, λέγοντας στη Φωτεινή πως θα την περίμεναν απ’ έξω, αφήνοντας την να χαζέψει για λίγο τα παιχνίδια που τόσο πολύ ήθελε να δει.

Και τι δεν είδε εκεί μέσα! Κούκλες και μολυβένιες φιγούρες, στρατιωτάκια και σπαθιά, μαριονέτες και μουσικά κουτιά, τρενάκια και ξύλινα καράβια, αλογάκια και σβούρες. Κι όσο έψαχνε, έβρισκε όλο και περισσότερα παιχνίδια που, όπως παραδέχτηκε κι ο κατασκευαστής τους, ήταν ξεπερασμένα για την εποχή, παρόλη την υπεροχή τους.

Αυτό όμως που της τράβηξε περισσότερο την προσοχή δεν ήταν παιχνίδι, αν και βρισκόταν ανάμεσα τους, αλλά μια κρυστάλλινη σφαίρα. Έτσι έμοιαζε καθώς ήταν αμφίβολο το υλικό και η φύση του αντικειμένου αυτού. Στεκόταν σε ένα από τα ψηλά ράφια, κι όμως ήταν αδύνατο να μην το προσέξει κανείς αφού έβγαζε μια μυστήρια λάμψη. Όταν το κοίταξε η Φωτεινή νόμισε πως αντίκρισε μια χιονισμένη πόλη με κοντόχοντρα σπίτια και ψηλά, σαν κάστρα, καμπαναριά και έλατα φορτωμένα με φώτα και στολίδια. Κι όσο το κοιτούσε, έβλεπε την πόλη εκείνη να παίρνει ζωή, με ανθρώπους να πηγαινοέρχονται στους δρόμους, γελώντας και τραγουδώντας. Ήταν λες και αυτή η παράξενη σφαίρα φανέρωνε στη Φωτεινή μια μεγάλη της επιθυμία. Το όνειρο ενός κόσμου όπου τα Χριστούγεννα δεν τελείωναν ποτέ.

«Καλύτερα να μην το κοιτάς αυτό.», είπε ο γερο-παιχνιδάς και ύψωσε το ανάστημα του για να πάρει τη σφαίρα και να την απομακρύνει από το ράφι. «Κάποια πράγματα σε κάνουν να χάνεις το μυαλό σου και δεν πρέπει. Κακώς κι εγώ το άφησα εδώ έξω, εκτεθειμένο, μα νόμιζα πως δεν θα το προσέξει κανείς.», είπε μπαίνοντας σε μια πόρτα που οδηγούσε πιθανός στο εργαστήρι του ή σε κάποια αποθήκη. Όταν γύρισε, η σφαίρα δεν ήταν μαζί του. «Ειλικρινά πάντως απορώ πως το είδες εσύ, μικρή μου.»

«Μα αφού φαινόταν.», αποκρίθηκε η Φωτεινή. «Αλήθεια, όμως, τι είναι;»

«Πάντως όχι παιχνίδι. Με τέτοια πράγματα δεν είναι να παίζει κανείς. Ίσως να σου φανεί περίεργο, όμως αυτό το αντικείμενο είναι κομμάτι ενός…θησαυρού. Ενός ξεχωριστού θησαυρού.»

Η αντίδραση που περίμενε ο γερο-παιχνιδάς από το κορίτσι ήταν να βάλει τα γέλια, πιστεύοντας πως επρόκειτο για κουταμάρα. Η Φωτεινή όμως δεν γέλασε.

«Θησαυρός; Όπως αυτούς που έκρυβαν οι πειρατές σε νησιά ή σαν εκείνους που φυλούσαν οι δράκοι στις σπηλιές τους;»
«Βλέπω σου αρέσουν οι ιστορίες, μικρή μου! Ασυνήθιστο για ένα κορίτσι της ηλικίας σου.»

«Ο πατέρας μου μου έλεγε πολλές.»

«Αλήθεια; Τυχερά είναι τα παιδιά που ακούνε ιστορίες από τους γονείς τους, κι ας λένε μερικοί ότι τάχα τα παραμυθιάζουν και τους γεμίζουν το μυαλό με χαζομάρες. Λοιπόν, αφού σου αρέσει να ακούς ιστορίες, θα πω σου για αυτό εδώ το παράξενο αντικείμενο. Άλλωστε, σε όποιον και να την αφηγηθείς, εάν πρώτα θελήσει να την ακούσει, δεν θα σε πιστέψει, όπως δεν θα πίστευε και στα ίδια του τα μάτια εάν ποτέ αντίκριζε το θησαυρό.»

Και τότε ο γερο-παιχνιδάς άρχισε να της διηγείται για τον Μικρό Κλέφτη και τα Όνειρα των Ανθρώπων.

«Αυτή η ιστορία συνέβη πολλά χρόνια πριν, πριν ακόμα γεννηθούν οι παππούδες σου, τότε που οι δικοί τους παππούδες ήταν ακόμα παιδιά, τον καιρό που σε αυτήν εδώ την πόλη υπήρχαν αλάνες και πολύς χώρος για παιχνίδι. Εκείνο τον καιρό τα παιδιά δεν έπαιρναν παιχνίδια γιατί ήταν φτωχά. Αντίθετα με τα πλουσιόπαιδα –που δεν ήταν και πολλά – στα οποία έφερναν παιχνίδια συγγενείς από το εξωτερικό, τα φτωχαδάκια περίμεναν πως και πως να ρθουν τα Χριστούγεννα για να πάρουν ένα δώρο. Ένα δώρο από τη Γη των Ξωτικών. Έτσι ονόμαζαν εκείνο το μυστήριο χωριό που συνόρευε με την μικρή μας, τότε, πόλη.»

«Υπήρχε τέτοιο μέρος εδώ;»

«Έτσι λέει ο θρύλος. Ήταν ένα χωριό που για να φτάσεις εκεί έπρεπε να περάσεις μια ερημιά και να ανέβεις το βουνό, γεμάτο που ήταν τότε με δέντρα. Όμως κανείς δεν είχε δει ποτέ του το ίδιο το χωριό γιατί το προστάτευε ένα τείχος που ψηλότερο δεν πρέπει να υπήρχε στον κόσμο. Κι από όσους ζούσαν εδώ, κανείς δεν είχε μπει αφού οι πύλες του ήταν πάντοτε κλειστές.»

«Εκεί ζούσαν τα Ξωτικά;»

«Ναι, έτσι τους αποκαλούσαν. Τους έλεγαν επίσης Άρχοντες ή αλλιώς Ευγενείς και Καλοκύρηδες, διότι πίστευαν πως ζούσαν μες στην αφθονία και τα πλούτη, όπως οι τότε ευγενείς.

«Και δεν άφηναν κανέναν να μπει στο χωριό τους;»

«Όχι, διότι οι πύλες τους ήταν πάντα κλειστές. Άνοιγαν μόνο στο τέλος του Νοέμβρη και μέσα από τις πύλες αυτές έβγαιναν αγέρηδες μαζί με χιόνι. Ήταν τότε που τα Ξωτικά γιόρταζαν την αρχή του χειμώνα και με τραγούδι και χορούς σκορπούσανε το χιόνι. Τότε η πόλη ντυνόταν στα λευκά και περίμενε τον ερχομό των Χριστουγέννων. Τις νύχτες που ακολουθούσαν, όταν οι κάτοικοι κοιμούνταν, τα Ξωτικά κατέβαιναν από το χωριό τους απροειδοποίητα και στόλιζαν την πόλη με φώτα, γιρλάντες και στολίδια. Κάθε σπίτι μεταμορφωνόταν σε αρχοντικό κι ας ζούσαν μέσα του άνθρωποι φτωχοί και άποροι. Για όλο το Δεκέμβρη η πόλη έδειχνε σαν παραμυθένια χάρη στη μαγεία των Ξωτικών και οι κάτοικοι γίνονταν κι αυτοί με τη σειρά τους πιο καλοί και ευγενικοί. Όσο για τη μέρα των Χριστουγέννων, μόλις ξυπνούσαν τα παιδιά, έβρισκαν πλάι στο τζάκι από ένα δώρο –τις πιο πολλές φορές παιχνίδι – το οποίο τους είχαν αφήσει τα Ξωτικά, έχοντας τρυπώσει στα σπίτια τους από το βράδυ της Παραμονής.

Εκείνες τις μέρες, που λες, οι πύλες ήταν ανοιχτές. Κανείς όμως δεν τολμούσε να πάει μέχρι το χωριό τους γιατί έπρεπε να διασχίσει το δάσος που ήταν γεμάτο με πονηρούς Καλικάτζαρους. Έβγαιναν κι αυτοί από τα υπόγεια τους το Δεκέμβρη και έκαναν αταξίες και χαλάστρες και ούτε ένας άνθρωπος δεν ήθελε να πέσει στα χέρια τους. Όταν ξημέρωνε όμως των Φώτων, τότε Καλικάτζαροι και Ξωτικά επέστρεφαν ο καθένας στο μέρος του, αφήνοντας την πόλη να γυρίσει κι αυτή στους παλιούς της ρυθμούς. Τότε οι πύλες έκλειναν και πάλι μέχρι τον άλλον Δεκέμβρη.»

«Άρα κανείς δεν κατάφερε να μπει στο χωριό των Ξωτικών.»

«Κι όμως, κάποιος το πέτυχε. Κι αυτός μη φανταστείς πως ήταν κανένας μεγάλος ήρωας. Ήταν ένα αγόρι! Ένα μικρό παιδί σαν όλα τα άλλα! Αυτός που ο θρύλος τον ονόμασε Μικρό Κλέφτη.

Όπως είπα και στην αρχή, οι κάτοικοι αυτής της πόλης ήτανε φτωχοί για αυτό και αναγκάζονταν να δουλεύουν καθημερινά από το πρωί ως το βράδυ. Και δεν δούλευαν μόνο οι μεγάλοι αλλά και τα παιδιά, κυρίως τα αγόρια, επειδή οι καιροί ήταν δύσκολοι και τα αγαθά απαιτούσαν μόχθο. Για αυτό και οι πιο πολλοί άνθρωποι ονειρεύονταν να γίνουν πλούσιοι ώστε να απαλλαγούν από την εργατιά που τους στερούσε, μαζί και με πολλά άλλα, τις πιο ευχάριστες τους στιγμές. Όμως για να γίνει κανείς πλούσιος από το πουθενά, για να το πετύχει συνήθως κάνει παράτολμα πράγματα που εύκολα τον βάζουν σε μπελάδες.

Το αγόρι, που λες, ήταν κι εκείνο ένα από τα φτωχά. Είχε χάσει από νωρίς τους γονείς του και έτσι δούλευε από μικρό για να συντηρεί τα μικρότερα του αδέλφια και τους άρρωστους παππούδες του. Ευτυχισμένα παιδικά χρόνια δεν είχε περάσει για αυτό και δεν μπορούσε να δεχτεί τη σημασία των Χριστουγέννων. Και τα δώρα των Ξωτικών, αντί να του δίνουν χαρά, τον έβαζαν σε σκέψεις. Αν αυτά τα μυστήρια πλάσματα είχαν την άνεση να χαρίζουν δώρα στα παιδιά των ανθρώπων, τότε σίγουρα θα είχαν αμύθητα πλούτη στην κατοχή τους.

Δεν ήταν όμως ο μοναδικός που σκεφτόταν κάτι τέτοιο. Πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως τα Ξωτικά είχαν χρυσάφι και ήθελαν να μπουν στα μέρη τους και να τους το πάρουν. Ποιος όμως τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Όλοι τους φοβούνταν να το επιχειρήσουν γιατί, εκτός του ότι δεν ήξεραν τι θα τους συνέβαινε έτσι και περνούσαν το τείχος, υπήρχαν θρύλοι για στοιχειά και τέρατα που παραμόνευαν στο δάσος καθώς και για έναν τρομερό φύλακα που προστάτευε την πύλη.

Το αγόρι όμως σκεφτόταν πολύ σοβαρά αυτό που μέχρι τότε δεν είχε προσπαθήσει κανείς. Αν τα Ξωτικά είχαν όντως θησαυρούς και κατάφερνε να τους κλέψει, θα έσωζε την οικογένεια του από την κακουχία και θα ήταν ελεύθερος να ζήσει τη ζωή όπως εκείνος ήθελε. Έτσι, μια μέρα του Μάρτη, όταν ο χειμώνας είχε πια περάσει και η άνοιξη ερχόταν με το αργό της βήμα, αψηφώντας τον κίνδυνο, έφυγε για το χωριό των Ξωτικών.»

«Και τι έγινε; Κατάφερε να φτάσει;»

«Ω ναι. Αφού είχε νυχτώσει για τα καλά, έφτασε μπροστά στα τείχη που, τελικά, δεν ήταν και τόσο ψηλά όσο τα περίμενε.»

«Μα δεν συνάντησε κανένα τέρας στη διαδρομή;»

«Όχι, κανένα. Και ξέρεις γιατί; Επειδή όλα όσα λέγονταν για στοιχειά και τέτοια πλάσματα, ήταν ιστορίες που είχαν επινοήσει οι μεγάλοι για να αποτρέψουν τα παιδιά τους από σκαρφίσματα σαν εκείνου του αγοριού, άσχετα αν με τον καιρό άρχισαν να τα πιστεύουν και οι ίδιοι. Παρ΄όλα αυτά το αγόρι, στο δρόμο για τα Ξωτικά συνάντησε δυο μυστήριες παρουσίες που το παραξένεψαν. Η μία ήταν ένας άντρας, κουκουλωμένος με μια μακριά κάπα, ο οποίος τον κοιτούσε αμίλητος. Αυτόν τον συνάντησε όσο ακόμα διέσχιζε την ερημιά, και με τη στάση του εκείνη το φόβισε, διότι το αγόρι δεν μπορούσε να καταλάβει τι ζητούσε ο άντρας μέσα από το επίμονο βλέμμα και τη σιωπή του. Τη δεύτερη παρουσία τη συνάντησε στο δάσος, λίγο πριν φτάσει στα τείχη, όμως δεν κατάφερε να διακρίνει τίποτα άλλε εκτός από το τεράστιο μέγεθος της. Έμοιαζε με περιπλανώμενο γίγαντα που γυρνούσε πέρα δώθε, αναζητώντας, ποιος ξέρει τι;»

«Μήπως ήταν ο φύλακας της πύλης;»

«Όχι. Ο φύλακας ήταν μέσα στα τείχη. Το αγόρι τον συνάντησε αργότερα, όταν προσπάθησε να ξεφύγει.»

«Οπότε κατέφερε να μπει μέσα! Πώς το πέτυχε αυτό;»
«Απλώς σκαρφάλωσε. Για ένα παιδί που έχει μάθει να ανεβαίνει σε σκαλωσιές ένας ψηλός τοίχος δεν αποτελεί μεγάλο εμπόδιο. Και αφού σκαρφάλωσε εκεί ψηλά, αντίκρισε το μέρος που όλοι οι συμπολίτες του τόσα χρόνια περίμεναν να δουν.»

«Πώς ήταν;»

«Ήταν ένας τόπος μαγικός, όπως η πόλη τα Χριστούγεννα, δέκα φορές πιο όμορφη. Το αγόρι έβλεπε αρχοντικά με μεγάλους κήπους, όλα τους στολισμένα και φωτισμένα από εκείνα τα παράξενα πολύχρωμα φώτα. Χιόνι ήταν απλωμένο παντού, όπως στις κορυφές των βουνών, και παρότι ξεκινούσε η άνοιξη, μέσα στο χωριό έπεφταν παχιές νιφάδες. Έμοιαζε λες και εκείνη η περιοχή φυλούσε μέσα της τα Χριστούγεννα για όσο καιρό απουσίαζαν από την υπόλοιπη Γη.

Όταν το αγόρι πήδησε μέσα στο χωριό και περπάτησε προς τα σπίτια, δεν είδε ψυχή πουθενά, λες και οι πάντες έλειπαν. Στους δρόμους επικρατούσε μια ιδιαίτερη σιγή και αν δεν ήταν οι καπνοί από τις καμινάδες, θα έπαιρνε όρκο πως εκεί δεν ζούσε κανείς. Είδε μόνο έναν άντρα που καθόταν πάνω σε μια σκεπή, χαμένος στη μελωδία του αυλού του, μια μελωδία που μοναχά εκείνος μπορούσε να ακούσει.

Μη θέλοντας να ενοχλήσει τον παράξενο άντρα, το αγόρι, φοβισμένο λίγο κι αυτό για τις όποιες εκπλήξεις του επιφύλασσε το μυστήριο μέρος των Ξωτικών, συνέχισε να περπατά. Ώσπου συνάντησε έναν άλλον άντρα που επέστρεφε στο σπίτι του από την ταβέρνα όπου διασκέδαζε με τους φίλους του.»

«Ήταν Ξωτικό; Πώς έμοιαζε;»

«Ήταν ευγενικός και γελαστός, όπως όλοι οι Καλοκύρηδες. Ήταν αρχοντικά ντυμένος και τα μαλλιά του ήταν μακριά και περιποιημένα. Το αγόρι νόμιζε πως κάπου τον γνώριζε εκείνον τον άντρα μα δεν μπορούσε να καταλάβει πως. Αργότερα έμαθε πως τα Ξωτικά έχουν τη μορφή του εαυτού μας, όπως θα τον θέλαμε να είναι. Στην ουσία είδε τον ίδιο του τον εαυτό σε μεγαλύτερη ηλικία, πράο και καλοζωισμένο.

Ο Καλοκύρης, λοιπόν, βλέποντας το παιδί έτσι ταλαιπωρημένο που έδειχνε, το κάλεσε σπίτι του. Το αγόρι δέχτηκε κι έτσι μπήκε στο αρχοντικό του, όπου η γυναίκα και το παιδί του Ξωτικού κοιμούνταν. Τον οδήγησε στο σαλόνι και το αγόρι βρέθηκε σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη βιβλιοθήκες, παιχνίδια, και άλλες μικροκατασκευές που φωτίζονταν από τη φωτιά στο τζάκι –το μεγαλύτερο τζάκι που είδε ο μικρός στη ζωή του. Ο Καλοκύρης, για να ευχαριστήσει το παιδί, πήγε στην κουζίνα για να του φτιάξει να φάει, κι έτσι το αγόρι έμεινε μόνο. Τότε βρήκε την ευκαιρία να ερευνήσει καλύτερα το χώρο.

Όπως κοιτούσε στα υπάρχοντα του Ξωτικού, είδε κάπου ενδιάμεσα στις βιβλιοθήκες ένα μισάνοιχτο σεντούκι μέσα από το οποίο έβγαινε χρυσό φως. Το αγόρι άνοιξε το σεντούκι και τι να δει; Ήταν γεμάτο από χρυσές λίρες, τόσες που θα έφταναν για να ζήσουν μέχρι και τα δισέγγονα του μες στον πλούτο και τη χλιδή!

Δίχως καμία σκέψη, λοιπόν, το αγόρι άρπαξε το σεντούκι –που παρεμπιπτόντως του φάνηκε πολύ ελαφρύ – και το ‘σκασε από το παράθυρο, πριν προλάβει να γυρίσει ο Καλοκύρης. Βγαίνοντας στο δρόμο έτρεξε πιλάλα για το τείχος, ελπίζοντας να σταθεί το ίδιο τυχερός στην έξοδο όσο και στην είσοδο του στη Γη των Ξωτικών. Μα τότε, εκείνος ο άντρας που καθόταν στη σκεπή, τον ακολούθησε πηδώντας από στέγη σε στέγη και βρέθηκε μπροστά του λίγο πριν να φτάσει στην πύλη. Ο αυλός που κρατούσε νωρίτερα και έπαιζε μουσική είχε μετατραπεί σε ένα μακρύ γυαλιστερό ξίφος.»

«Ήταν ο φύλακας της πύλης! Τι συνέβη λοιπόν; Πάλεψαν;»

«Έτσι θα πίστευε κανείς. Όμως να ξέρεις ότι τα Ξωτικά, αν και είναι ικανά να εκδικηθούν με τους πιο άσχημους τρόπους τους ασεβείς ανθρώπους, ποτέ τους δεν σηκώνουν ούτε όπλο ούτε χέρι σε παιδί, όσο κακό κι αν τους κάνει.»

«Τότε τι έγινε στην πύλη;»

«Ο φύλακας του επέτρεπε την έξοδο με την προϋπόθεση να επέστρεφε αυτό που είχε κλέψει. Του είπε πως ο θησαυρός εκείνος ήταν πολύ πιο σπουδαίος από όσο νόμιζε το αγόρι. Όμως εκείνο δεν επρόκειτο να φύγει να με άδεια χέρια κι έτσι, με το σεντούκι στην αγκαλιά, όρμισε επάνω του σαν ταύρος. Ο φύλακας τότε τράβηξε μια σπαθιά στον αέρα και σαν να χώρισε μια για πάντα τους δυο κόσμους, το χωριό και το τείχος εξαφανίστηκαν και το αγόρι βρέθηκε στο δάσος. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φωνή του φύλακα που είπε:

«Είθε οι άνθρωποι να σε συγχωρήσουν για το κρίμα σου Μικρέ Κλέφτη.»

Η Γη των Ξωτικών χάθηκε όμως το σεντούκι βρισκόταν στα χέρια του. Τώρα πια όμως ήταν στα χέρια του πολύ βαρύ, σχεδόν ασήκωτο. Και καθώς έκανε να τρέξει, σκόνταψε κι έπεσε και το περιεχόμενο του σεντουκιού σκορπίστηκε στο χώμα. Όταν συνήλθε, με τρόμο αντίκρισε τι πραγματικά ήταν αυτό που είχε κλέψει: γύρω του βρίσκονταν πεταμένες όχι λίρες αλλά ένας σωρός από γυάλινες σφαίρες, όλες τους θρυμματισμένες. Από μέσα τους πήγαζαν μέσα σε χρυσές λάμψεις χίλιες δυο εικόνες, άλλες που ήταν διαφορετικές κι άλλες τόσο τέλεια όμοιες. Έδειχναν αντικείμενα, πρόσωπα, τόπους και καταστάσεις. Ήταν τα Όνειρα των Ανθρώπων που ως τότε φυλούσαν οι ξωτικοί Άρχοντες. Μα εκείνο το βράδυ, κλάπηκαν από ένα αγόρι, έπεσαν και έσπασαν.»

«Δηλαδή χάθηκαν για πάντα;»

«Όχι, δεν χάθηκαν. Ανηφόρισαν ψηλά στον ουρανό και έγιναν αστέρια. Από τότε οι άνθρωποι τα κοιτούν, αναζητώντας τα χαμένα όνειρα τους. Κάποιοι μπορούν να τα δουν, κάποιοι άλλοι όχι. Και κάθε που πέφτει ένα αστέρι, κάνουν ευχές για να βρουν και πάλι τα χαμένα όνειρα τους.»

Εκείνη τη στιγμή ήχησε το καμπανάκι της εισόδου καθώς η πόρτα άνοιξε. Ήταν οι φίλες της Φωτεινής που της έλεγαν να φύγουν.

«Δηλαδή η σφαίρα που είδα, είναι κομμάτι από εκείνο το θησαυρό;», ρώτησε τον παιχνιδά.»

«Ναι. Όταν την κοίταξες, είδες μέσα της κάποιο σου όνειρο, σωστά; Όπως συνέβη τότε, με τον Μικρό Κλέφτη που κοιτώντας βιαστικά τις σφαίρες, είδε τις λίρες που ονειρευόταν.»

«Μα πώς γίνεται να έχετε μία τέτοια σφαίρα άθιχτη αφού όλες εκείνες έσπασαν;»

«Α, αυτό αγαπητή μου είναι μια άλλη ιστορία! Και ευχαρίστως θα σου την έλεγα μόλις, όμως δεν έχεις χρόνο. Να περάσεις και πάλι μια μέρα και εγώ θα σου την αφηγηθώ. Σίγουρα θα θες να μάθεις τι απέγινε ο Μικρός Κλέφτης.»

«Θα μπορούσα να δω τη σφαίρα για άλλη μια φορά;»

«Όταν ξανάρθεις με το καλό, θα σε αφήσω να την δει για λίγο.»

«Δεν μπορώ. Ο πατέρας δεν μένει πια μαζί μας ενώ η μαμά μου δουλεύει όλες τις μέρες και δεν θα με αφήσει να βγω ξανά. Σήμερα ήταν τα κάλαντα.»

«Την άλλη βδομάδα είναι Παραμονή Πρωτοχρονιάς που σημαίνει πως θα ξαναβγείς για τα κάλαντα! Θα σε περιμένω λοιπόν, μικρή μου. Να πας στο καλό!»

Η Φωτεινή έφυγε από το παιχνιδάδικο αν και ήθελε να παραμείνει κι άλλο. Έκανε μια ολόκληρη εβδομάδα υπομονή ώστε να έρθει η άλλη Παραμονή και να επιστρέψει για να δει τη σφαίρα και να μάθει τι απέγινε ο Μικρός Κλέφτης και η Γη των Ξωτικών. Οι φίλες της δεν πήγαν μαζί της γιατί έφυγαν για διακοπές με τους δικούς τους, κι έτσι η Φωτεινή είχε για συνοδεία έναν από τους μεγάλους της αδελφούς, το Λουκά, παρά τη θέληση του επειδή δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τις μέρες των Χριστουγέννων.

Το τι συνέβη όταν τα δύο αδέλφια επισκέφτηκαν το παιχνιδάδικο, αυτό φίλοι μου είναι μια άλλη ιστορία!

 

 

Γιώργος Χατζηκυριάκος 2009

George H. Keltis

Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος είναι συγγραφέας και ηθοποιός. Μεταξύ των άλλων έχει γράψει τη σειρά φαντασίας "Το Τραγούδι του Χρόνου" μια μαγική περιπέτεια που διαδραματίζεται στη Νοέλα, τη χώρα που έχει πάντα Χριστούγεννα. Λατρεύει τη μυθολογία, την κέλτικη μουσική, τις φάρσες και το Halloween

No Comments

Post a Comment